Με την στρατιωτική εισβολή του Ιουλίου του 1974 στην Κύπρο, έχοντας προηγηθεί το πραξικόπημα για την ανατροπή του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, η Τουρκία διαμόρφωσε μια συγκεκριμένη στρατηγική της πάνω στο Κυπριακό ζήτημα. Με την κατοχή του νησιού, η Τουρκία δεν άφησε κανένα περιθώριο για τις επιδιώξεις της.

Σαράντα επτά χρόνια κατοχής και διαίρεσης του νησιού, το ζήτημα επίλυσης του Κυπριακού πέρασε από διάφορες φάσεις, κάποιες εξ αυτών ανέδειξαν ευκαιρίες που πέρασαν αναξιοποίητες στο διπλωματικό πεδίο.

Ευκαιρίες που χάθηκαν κατά κύριο λόγο από την τακτική της Άγκυρας και τον εγκλωβισμό που ασκούσε σε όλη την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Αλλά και με την ελληνοκυπριακή πλευρά να έχει το δικό της κομμάτι ευθύνης για την μη επίτευξη λύσης.

Στα χρόνια αυτά, ακόμα και σε ειλικρινείς προθέσεις της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας να αρθούν δισταγμοί και επιφυλάξεις, η Άγκυρα ήταν εκείνη που το μόνο που επεδείκνυε ήταν η ανοικτή ταύτιση της με λογικές ολικής διαίρεσης,  μέσα από την ύπαρξη του κατεχόμενου τμήματος της Βόρειας Κύπρου.

Στην ιδέα και στο σχέδιο της επίλυσης του Κυπριακού, με τρόπο σταθερό και βιώσιμο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του διζωνικού-δικοινοτικού ομοσπονδιακού συστήματος, που διατυπώνονταν από την 10ετία του ΄60, η Τουρκία είναι εκείνη που συνειδητά αποφεύγει την συγκεκριμένη επίλυση.

Εάν κάτι όμως βαραίνει την ελληνοκυπριακή πλευρά, είναι ότι δεν ανέπτυξε με εξωστρέφεια στο διπλωματικό πεδίο, την χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις προσήλωση της στην λύση του διζωνικού-δικοινοτικού  ομοσπονδιακού συστήματος, για την εξασφάλιση της ειρηνικής συνύπαρξης των δυο Κοινοτήτων της νήσου.

Τις χαμένες αυτές ευκαιρίες, τα οφέλη αυτών, διαδέχθηκε η παγίωση των τετελεσμένων της εισβολής, που υπονόμευε ουσιαστικά κάθε προσπάθεια επίτευξης διακοινοτικής ισονομίας και ισότητας. Τα τετελεσμένα ήταν που οδήγησαν σε περαιτέρω παράνομο εποικισμό, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο καθεστώς αιχμαλωσίας για τους Τουρκοκύπριους, που έβλεπαν ότι απομακρύνονταν οριστικά από την μη επίτευξη λύσης το ίδιο τους το αύριο, χωρίς να έχουν τα οφέλη που απέκτησε η Ελληνοκυπριακή κοινότητα με την ιστορική επίτευξη ένταξης στην ΕΕ.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η διαμόρφωση συνθηκών επίλυσης για το Κυπριακό ζήτημα, είναι πιο αναγκαίες όσο ποτέ. Αλλά και πιο δύσκολες όσο ποτέ.

Η ευκαιρία της πενταμερούς διάσκεψης για το Κυπριακό, έστω και άτυπη, μπορεί να διαμορφώσει συνθήκες επίλυσης, κάτω από μια και μόνο προϋπόθεση:

Επανένωση της νήσου, των δύο κοινοτήτων, ως διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία, εξασφαλίζοντας για το σύνολο της Κυπριακής επικράτειας το ενωσιακό κεκτημένο, ασφάλεια, ελεύθερη διακίνηση, επίλυση του περιουσιακού, ξένες επενδύσεις, όπως επισημαίνει ο πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργος Βασιλείου. Για να δοθεί τέλος στον εποικισμό που εδώ και χρόνια επιχειρεί η Άγκυρα στα κατεχόμενα. Αλλά και για να αλλάξει η ριζωμένη αντίληψη του Τουρκικού βαθέως κράτους, ότι το Κυπριακό αποτελεί ζήτημα που λύθηκε το 1974.

Είκοσι και πλέον χρόνια μετά την Σύνοδο του Ελσίνκι, που διαμόρφωσε το πλαίσιο για την ευρωπαϊκή ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και τον οδικό χάρτη για να υπάρξει για την Άγκυρα ευρωπαϊκή προοπτική, δεν αμφισβητείται η χρησιμότητα της εξασφάλισης της ενταξιακής πορείας, με τα οφέλη που την συνοδεύουν.

Από το Ελσίνκι, χαμένη αποδείχθηκε η Τουρκοκυπριακή κοινότητα, εγκλωβισμένη στα τετελεσμένα της Άγκυρας, στην εξαγωγή της αστάθειας. Το ενταξιακό δεδομένο του Ελσίνκι λειτουργώντας μόνο για την Ελληνοκυπριακή πλευρά, άφησε το κατεχόμενο τμήμα χωρίς τις πρόνοιες της ενιαίας κοινοτικής αλληλεγγύης, δια των πολιτικών και θεσμικών στοιχείων της.

Η καθυστέρηση για την επίτευξη δίκαιης και βιώσιμης λύσης στην κατεύθυνση του διζωνικού-δικοινοτικού συστήματος, πλήττει κυρίως τους Τουρκοκύπριους, που βλέπουν την Άγκυρα για λόγους πολιτικών τακτικών και σκοπιμοτήτων, να εμμένει στην ανοικτή πληγή της διχοτόμησης, του εποικισμού, αλλοιώνοντας μέχρι και την ιστορική παρουσία των Τουρκοκυπρίων.

Πλήττει όμως και τους Ελληνοκύπριους, καθώς για το Κυπριακό, κάθε χρονικό σημείο που περνάει χωρίς προοπτικές επίλυσης, είναι και μια νίκη της κατοχής και της διχοτόμησης του 1974.

Ήταν λίγες οι φορές που η Τουρκοκυπριακή πολιτική κοινότητα στάθηκε με ρεαλισμό απέναντι στην Ιστορία, με τελευταία το θάρρος και την τόλμη που επέδειξε ο Μουσταφά Ακιντζί, τον οποίο η Άγκυρα αντικατέστησε δια των εκλογών στα κατεχόμενα, με τον Ερσίν Τατάρ, για να ναρκοθετηθεί κάθε προσπάθεια επίλυσης, επιδιώκοντας δυο κράτη, χωρίς επίτευξη της ενότητας.

Έστω και αν η Διάσκεψη του Κράν Μοντανά ήταν μια χαμένη ευκαιρία, τροφοδοτώντας και τη νέα πενταμερή με δυστοκία, η ελληνοκυπριακή πλευρά, με την υποστήριξη του ΟΗΕ και της ΕΕ, πρέπει να καταδείξει μέσα από μια υψηλή στρατηγική, προς την Τουρκοκυπριακή Κοινότητα αλλά και την Τουρκία, ότι η μόνη συμφωνία που διασφαλίζει την επανένωση του νησιού, τα συμφέροντα και των δυο κοινοτήτων, είναι αυτή της ομοσπονδιακής λύσης. Και σε αυτή την κατεύθυνση, πρωτοβουλίες που προσεγγίζουν τον πυρήνα αυτής της λύσης, δημιουργούν προσδοκίες για ένα μέλλον κοινό και ειρηνικό για όλους τους Κυπρίους.

Μπορεί η Τουρκία να έχει τις σκοπιμότητες της για να οδηγεί σε ναυάγιο την πενταμερή, τις όποιες διαπραγματεύσεις και συνομιλίες, όμως η Ελληνοκυπριακή κοινότητα, πολιτικές δυνάμεις, οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, πρέπει να ενισχύσουν την έκφραση μιας ενιαίας αντίληψης και στρατηγικής, που θα υποστηρίζει τις αποφάσεις του Διεθνούς Δικαίου, όπως αυτές υιοθετούνται από τα Ηνωμένα Έθνη για ένα ενιαίο Κυπριακό κράτος, με συνταγματική έκφραση, την διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία.

Οι εμμονές της Άγκυρας, καθοδηγώντας και τον Ερσίν Τατάρ, έρχονται σε πλήρη αντίθεση και με κατάφωρη παραβίαση των όρων του ΟΗΕ και του Γενικού Γραμματέα του για επίτευξη λύσης, με την λειτουργική ύπαρξη του ομοσπονδιακού συστήματος. Η Τουρκία είναι εκείνη που πρέπει να κατανοήσει το ανεδαφικό της λύσης των δυο κρατών στην Κύπρο, οδηγώντας σε ναυάγιο τις διαπραγματεύσεις.

Η Τουρκοκυπριακή Κοινότητα είναι καιρός να αξιοποιήσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο , από την στιγμή που στο κατεχόμενο τμήμα της οι τουρκικές θέσεις υπονομεύουν τα ζητήματα της εσωτερικής διακυβέρνησης, της εγγύησης της συμμετοχής και της ισότητας και των δυο κοινοτήτων.

Όσο η τουρκική θέση εμμένει στα δικαιώματα των εγγυητικών, στην ουσία επιδιώκει την διαιώνιση της παρουσίας των κατοχικών στρατευμάτων. Την ώρα που Κύπρος και Ελλάδα θέτουν τον ορισμό καταληκτικής ημερομηνίας ως προς τα δικαιώματα, με την τουρκική στάση δεν εξυπηρετείται η τουρκοκυπριακή κοινότητα, καθώς αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα είχαν διασφαλισθεί από την Κοινή Δήλωση-Διακήρυξη, Αναστασιάδη-Ερόγλου το 2014, στην οποία και διασφαλίζονταν πολιτικές θέσεις για την κατοχύρωση των Τουρκοκυπρίων πολιτών, χωρίς την ύπαρξη εστιών αντιπαράθεσης.

Απέναντι στις επιδιώξεις της Τουρκίας, χρειάζεται να οικοδομήσουμε πάνω στο Κραν – Μοντανά και την ομοσπονδιακή διζωνική-δικοινοτική λύση, με όρους του σήμερα, σύμφωνα με τις προβλέψεις των ψηφισμάτων του ΟΗΕ και του πλαισίου Γκουτιέρες.

Η λύση στο Κυπριακό πρέπει να επέλθει. Γιατί το αδιέξοδο θα αφορά όλους, όπως και οι ευθύνες. Και λύση στο Κυπριακό, σε έναν κόσμο μεταβαλλόμενο, έστω και με ελάχιστες σε αυτή την χρονική περίοδο πιθανότητες, σημαίνει σταθερή προσήλωση στην διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία. Γιατί το κοινό μέλλον των σημερινών και των μελλοντικών γενεών, μπορεί να εγγυηθεί μόνο σε μια πατρίδα. 





ΠΗΓΗ