Η Τουρκική απειλή δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Διαρκεί επί δεκαετίες και διαρκώς κλιμακώνεται. Παρατηρείται ότι σε κάθε φάση η κλιμάκωση επιταχύνεται ανάλογα με το κατά πόσο οι στρατηγικές εξελίξεις δημιουργούν παράθυρα ευκαιρίας που θα ωθήσουν την Ελλάδα σε κατευναστικές στάσεις και υποχωρητικές δηλώσεις οι οποίες δημιουργούν τις προϋποθέσεις ούτως ώστε εάν η Άγκυρα αποφασίσει να επιτεθεί να εκπληρώσει το μείζον των αναθεωρητικών αξιώσεων που θέτει επί δεκαετίες. Συντομογραφικά θα εξηγήσουμε ότι ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να διατυπώνονται γνώμες, να γίνονται άλματα συλλογισμών και να επιχειρούνται προβλέψεις.

Ποιες είναι όμως οι Τουρκικές αναθεωρητικές αξιώσεις και τι σημαίνει «απέραντη απειλή»;

Ακριβώς, στην στρατηγική ανάλυση μια απειλή θεωρείται απέραντη όταν ταυτόχρονα με την κλιμάκωση των αναθεωρητικών σκοπών τα σύνορα αυτών των σκοπών είναι θολά και αβέβαιο ως προς το πως θα τερματιστεί μια πολεμική σύρραξη και τι σκοπεύει να θέσει υπό τον έλεγχό του ο επιτιθέμενος.

Επί δεκαετίες με πλήθος κειμένων η Άγκυρα αρνείται καθολικά τις πρόνοιες του δικαίου της θάλασσας και των διεθνών Συνθηκών, ενώ αδίστακτα αξιώνει αλλαγή των οριοθετήσεων της διεθνούς τάξης που προβλέπει το διεθνές δίκαιο στην Κύπρο, το Αιγαίο και την Θράκη.

Το εάν θα ελέγξει πλήρως την Κύπρο ή θα την καταλάβει όλη δεν είναι σαφές. Γιατί εξάλλου επί δεκαετίες και παράνομα διατηρεί ένα τόσο ισχυρό στρατιωτικό σώμα στο νησί και κτίζει την μια βάση μετά την άλλη; Τι εννοούσε ο μέντορας του Ενρτογάν πρώην πρωθυπουργός Νταβούτογλου όταν έλεγε ότι η Κύπρος είναι τόσο μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας ούτως ώστε η Τουρκία την θέλει υπό τον έλεγχό της ακόμη και αν δεν υπήρχε ένας Τουρκοκύπριος στο νησί;

Πόσα νησιά με αυθαίρετες και ψευδείς ερμηνείες επιδιώκει να ελέγξει ή να καταλάβει σε περίπτωση σύγκρουσης; Τα αδιευκρίνιστα 200 νησιά, νησίδες και βράχους που δήλωνε η Τσιλέρ πριν πολλές δεκαετίες ή όσα οι χάρτες της «Γαλάζιας Πατρίδας» εγκλωβίζουν στα πεδία της Τουρκικής Επικράτειας στις θολά οριοθετημένες από την Άγκυρα περιοχές του Αιγαίου Δυτικά των ακτών της Τουρκίας;

Ποιες είναι οι ακριβείς επιδιώξεις στην Θράκη όταν η Τουρκία οικειοποιείται την μουσουλμανική μειονότητα και που θα σταματήσει εάν αρχίσει μια πολεμική σύρραξη και καταφέρει να καταλάβει εδάφη;

Daniele Faccioli/Stocktrek Images via Getty Images

Η επί δεκαετίες «ουδετεροποίηση» των περιοχών του Αιγαίου που η Ελλάδα όπως έχει κάθε δικαίωμα εάν εκπληρώσει τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου σχεδόν διπλασιάζει την Επικράτειά της –και συχνές δηλώσεις οίκοι που υποδηλώνουν διάθεση καζαν-καζαν/μοιρασιάς και κατά καιρούς και άλλων κατευναστικών θέσεων– οδήγησε στις θαλάσσιες οριοθετήσεις της Τουρκίας με την Λιβύη με τρόπο που παραβλέπει την ύπαρξη ακόμη και της Κρήτης.

Ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας οι αναθεωρητικές αξιώσεις καθίστανται ολοένα πιο θολές και για αυτό με όρους στρατηγικής ανάλυσης η «απεραντοσύνη της Τουρκικής απειλής» εξελίσσεται επικίνδυνα.

Ταυτόχρονα και για να μιλάμε ρεαλιστικά, τόσο στο κεντρικό μέτωπο όσο και στην Κύπρο οι συμμαχίες και οι θεσμοί στους οποίους η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία συμμετέχουν πόρρω απέχουν από το να εδράζονται ξεκάθαρα στην διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα, ενώ συχνά δυτικοί ηγέτες κάνουν θολές και ασαφείς δηλώσεις «υπέρ ειρηνικών διαδικασιών» όταν οι τουρκικές αξιώσεις είναι μονομερείς και παράνομες. Η σημασία αυτής της επισήμανσης είναι ότι εάν έχουμε μεγάλη σύρραξη όπως και στην Κύπρο μετά το 1974 αλλά και σε πλήθος άλλων περιπτώσεων κανείς δεν θα σπεύσει να αποκαταστήσει την διεθνή νομιμότητα αλλά θα καλούν για συνομιλίες.

Αυτά υπογραμμίζοντας, ο Τουρκικός αναθεωρητισμός δεν πρέπει να εξετάζεται με βραχυπρόθεσμους όρους και με αφορμή τις δηλώσεις και ενέργειες κάθε συγκυρίας. Απαιτείται θέαση της μεγάλης και διαχρονικής εικόνας που επιβεβαιώνει τόσο την ύπαρξη κλιμακούμενης τουρκικής απειλής όσο και Μεταψυχροπολεμικών επιλογών για να καταστεί η Τουρκία περιφερειακό ηγεμονικό κράτος.

Εάν στην παρούσα ιστορική φάση η Ελλάδα ενδώσει –δεν αναφερόμαστε στην επί δεκαετίες παράληψη εφαρμογή του δικαίου της θάλασσας, την σχεδόν απαθή στάση μπροστά στο ακραία παράνομο casus belli και των αποφάσεων του ΣΑ του 1974, 1975 και 1983 για τερματισμό των παράνομων τετελεσμένων στην Κύπρο– και εάν δεν κατορθώσει να μεταδώσει σε όλους πανίσχυρα αποτρεπτικά μηνύματα πολύ μεγάλου κόστους, ενδέχεται η Τουρκία να πειστεί ότι οι διεθνείς και περιφερειακές περιστάσεις ευνοούν μια επίθεση, μάλιστα μεγάλης έκτασης.

Χωρίς να γίνεται η παραμικρή πρόβλεψη για επίθεση ή μη επίθεση –μόνο ανάλυση των προϋποθέσεων με πάγιους όρους τυπολογιών της στρατηγικής ανάλυσης μπορεί να κάνει κανείς και πιο ακριβείς εκτιμήσεις είναι υπόθεση των κρατικών επιτελείων– εάν η Τουρκία επιχειρήσει να εκπληρώσει μεγάλο μέρος των «απέραντων απειλών» κύρια μέριμνα θε είναι να ακυρώσει στρατηγικά την Ελλάδα και να αρχίσει η παραχώρηση κυριαρχίας με τρόπο που αλλάζουν αυτά που προβλέπουν οι Συνθήκες και οι Συμβάσεις.

Να μην ξεχνάμε επίσης, ότι το διακύβευμα είναι μείζον και όχι μόνο νομικό αλλά μακροχρόνια και στρατηγικό: Ενώ καθημερινά όλοι ακούνε τις δηλώσεις δυτικών δυνάμεων για την μεγάλη σημασία της Τουρκίας τυχόν έλεγχος του Αιγαίου και της Κύπρου θα εκτινάξει την Τουρκία σε αβάστακτα για την Ελλάδα στρατηγικά ύψη. Παρενθετικά τονίζεται ότι μπορεί στην Ελλάδα αυτό να υποτιμάται αλλά στην Τουρκία βλέπουν όλοι αυτή την πτυχή, εξ ου και η σύγκλιση θέσεων των εσωτερικών πολιτικών δυνάμεων όσον αφορά τις αναθεωρητικές αξιώσεις.

Συναφές επίσης είναι και το ζήτημα του ποιος θα αρχίσει πρώτος εκτεταμένη ένοπλη σύρραξη ή ακόμη και εάν ένας από τους δύο κρίνει ότι απαιτείται ένα πρώτο πλήγμα ακόμη και για αμυντικούς σκοπούς. Το μείζον αυτό ζήτημα ενώ πάντα είναι επί τάπητος όταν κανείς το θίγει απαιτεί μεγάλη προσοχή και υπευθυνότητα. Ενώ στην στρατηγική ανάλυση ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα σε κάθε στρατηγική αντιπαράθεση, στην Ελλάδα τέθηκε μόνο την δεκαετία του 1990 από τον αείμνηστο Παναγιώτη Κονδύλη, οπότε και έγιναν μερικές δημόσιες συζητήσεις. Σημειώνεται μόνο ότι αφορά πολλούς παράγοντες όπως τους συσχετισμούς δύναμης, το κατά πόσο η στρατηγική είναι αμυντική-αποτρεπτική ή αντίθετα αναθεωρητική-επιθετική και τα οπλικά συστήματα των αντίπαλων κρατών.

Αναφέρεται επίσης και το γεγονός ότι οι σύγχρονες τεχνολογίες ιδιαίτερα σε περιπτώσεις συχνών εμπλοκών καθιστούν τουλάχιστον δύσκολο να βεβαιωθεί πότε έγινε μεγάλη εμπλοκή, ποιος έπληξε πρώτος και εκτεταμένα και πως εξελίχθηκε τυχόν κλιμάκωση. Σίγουρο είναι ότι ένα αμυνόμενο κράτος απαιτείται να είναι έτοιμο για όλα ενώ μερικές τουρκικές δηλώσεις είναι εξαιρετικά ανησυχητικές.

Πόσο επικίνδυνη είναι η Τουρκική απειλή στην φάση που διανύουμε και πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος μιας εκτεταμένης πολεμικής σύγκρουσης και πόσο πιθανό είναι η Ελλάδα να δεχθεί ένα πρώτο τουρκικό πλήγμα; Το ζήτημα της κλιμάκωσης μιας σύγκρουσης και της εκτέλεσης ενός πρώτου πλήγματος έχει αναλυθεί εκτενώς σε αγγλικά και Ελληνικά κείμενα* και εδώ θα περιοριστούμε να πούμε μονολεκτικά τα εξής, που και πάλι τονίζεται ότι δεν τίθεται ζήτημα ακόμη και της παραμικρής πρόβλεψης. Δύο μεταβλητές είναι κύριες και σημαντικές. Οι εκατέρωθεν ικανότητες των αντιπάλων και η μπλόφα.

Στην στρατηγική θεωρία η μπλόφα είναι μια πολύ σημαντική έννοια. Είναι βασικά η διαφορά μεταξύ απειλής και ικανότητας να την εκπληρώσει εάν υπάρξει σύρραξη. Ικανότητα εκπλήρωσης 100% σημαίνει μηδενικές ανάγκες για μπλόφα και αυτό σπάνια ισχύει. Μεγάλη μπλόφα έχουμε όταν γίνεται πιστευτό ότι σε περίπτωση σύγκρουσης η άλλη πλευρά θα έχει μεγάλο κόστος. Όσο περισσότερο μπλοφάρει ο απειλών και γίνεται πιστευτός από τον αμυνόμενο τόσο περισσότερο κερδίζει χωρίς μάχη –και ταυτόχρονα κερδίζει πόρους για δυνάμεις που δεν χρειάστηκαν–, τρομάζοντας (τον αμυνόμενο) και κινητοποιώντας άλλους με συμφέροντα που διακυβεύονται από μια σύρραξη.

Συναφές ζήτημα είναι ο όρος «σχετικό συμφέρον». Σε μια διένεξη, πως ιεραρχείται το εθνικό συμφέρον από τους εμπλεκόμενους; Εδώ βέβαια μας αφορούν οι εκατέρωθεν ιεραρχήσεις από την Ελλάδα και Τουρκία όσον αφορά την Θράκη, το Αιγαίο και την Κύπρο. Οι ιεραρχήσεις σχετίζονται με πολλά ζητήματα όπως για παράδειγμα γεωπολιτική σημασία, οικονομικοί πόροι, εσωτερικές καθεστωτικές και πολιτικές ισορροπίες και κυρίως κατά πόσο αυτό που διακυβεύεται είναι συμφέρον δυνάμεως ή ζωτικό συμφέρον.

Στην προκειμένη περίπτωση ενώ για την Ελλάδα είναι ζωτικό συμφέρον επειδή αφορά την Επικράτεια που προβλέπουν οι Συνθήκες και το ένα δέκατο του Ελληνισμού στην Κύπρο, για την Τουρκία είναι συμφέρον δυνάμεως επειδή εντάσσεται σε μια λογική αύξησης της ισχύος της για να καταστεί ηγεμονικό κράτος όπως εξάλλου ρητά δηλώνεται.

Τονίζεται και υπογραμμίζεται, πάντως, ότι στην στρατηγική ανάλυση θεωρείται δεδομένο ότι το αμυνόμενο κράτος που έχει ζωτικό συμφέρον –ενώ ο αντίπαλος έχει συμφέρον δυνάμεως– στην αναμέτρηση μέσων και θελήσεων διαθέτει αποτρεπτικό πλεονέκτημα. Το οποίο όμως απαιτείται να αξιοποιήσει δεόντως με παραστάσεις, δηλώσεις, ενέργειες και διπλωματία. Πρέπει, πάντως, να μεταδίδονται οι σωστές παραστάσεις και όχι κατευναστικές παραστάσεις. Ακλόνητες και αξιόπιστες αποτρεπτικές παραστάσεις.

Καταληκτικά, ο πόλεμος δεν είναι μόνο πολεμική σύρραξη και απαιτείται μεγάλη προσοχή στις θέσεις και στις διατυπώσεις.

1) Είναι η σημαντικότερη διαμορφωτική δύναμη της ιστορίας και ενώ μόνο παράφρονες θα τον ήθελαν δεν πρέπει να υποτιμάται ότι πάντα ένα κράτος που δέχεται απειλές πρέπει να είναι ικανό και πανέτοιμο να αμυνθεί.

2) Βασικά οι ποιοτικές βαθμίδες όσων μιλούν για την διεθνή πολιτική κρίνονται ανάλογα με το τι λένε για τον πόλεμο.

3) Ο πόλεμος είναι μια μεγάλη αλυσίδα με πολλούς κρίκους εκ των οποίων η ένοπλη σύρραξη (με τον οποία εκφοβίζουν οι δειλοί, οι άσχετοι και ανεύθυνοι συν και όσοι «υποβάλλουν κατευνασμούς») είναι μόνο ο τελευταίο κρίκος. Εξ ου και η ανάγκη το αμυνόμενο κράτος να διαθέτει αξιόπιστη εθνική στρατηγική και να εκπληρώνει τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου για την Επικράτειά του. Βασικά, η ιστορική πείρα διδάσκει ότι έχουμε ένοπλη σύρραξη εάν έχουμε κατευνασμό οπότε το αποτέλεσμα είναι ήττα χωρίς ένοπλο πόλεμο ή ένοπλο πόλεμο και πιθανότατα αμφότερα.

4) Απαιτείται στρατηγική κουλτούρα για σοβαρό και υπεύθυνο διάλογο. Όπως και για άλλα κράτη, η στρατηγική κουλτούρα αποτροπής είναι μείζον ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

* Τα ζητήματα αυτά έχουν αναλυθεί υπό το πρίσμα της στρατηγικής ανάλυσης σε πολλά Αγγλικά και Ελληνικά κείμενα. Για τα θέματα αξιοπιστίας, ορισμού της απειλής, ικανότητας/μπλόφας, σχετικού συμφέροντος / συμφέροντος δυνάμεως και πολλά άλλα εξετάστηκαν στο «Αποτρεπτική Στρατηγική και Ελληνική Εξωτερική Πολιτική» (Β μέρος του «Ελληνική αποτρεπτική στρατηγική», 1991) που επανεκδίδεται επαυξημένο. Ως προς αυτά πάντως, δεν αλλάζει κάτι καθότι πρόκειται για πάγιες τυπολογίες της στρατηγικής ανάλυσης.





ΠΗΓΗ