Ο διευθύνων σύμβουλος των ΕΛΠΕ, Ανδρέας Σιάμισιης, απάντησε σε επτά ερωτήσεις της Huffpost στο «fireside» του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών 2022. Οι απαντήσεις που έδωσε για το μέλλον του μεγαλύτερου ενεργειακού οργανισμού της χώρας είναι εντελώς ασυνήθιστες, γιατί είναι όλες ξεκάθαρες – δεν μοιάζουν καθόλου με «χρησμούς».

Είναι χαρακτηριστικό ότι παίρνει δημόσια θέση στο δίλημμα για το μέλλον των ΕΛΠΕ και των διϋλιστηρίων, σε μία Ευρώπη όπου τα ορυκτά καύσιμα έχουν ”ημερομηνία λήξης”, λέγοντας ότι αν δεν απεξαρτηθούν τα ΕΛΠΕ από τους υδρογονάνθρακες δεν θα υπάρχουν σε μερικά χρόνια.

1. Ποιό είναι το όραμα των ΕΛΠΕ: Ηγέτης στα ορυκτά καύσιμα ή σύμβολο μετάβασης της Ελλάδας στην Πράσινη Ενέργεια;

«Η απάντηση είναι εύκολη για εμένα. Θα είμαστε στην ενεργειακή μετάβαση και θα είμαστε relevant (ενεργοί σε αυτή την κατεύθυνση) για την κοινωνία και για τους μετόχους μας. Το να παραμείνουμε ”κλειδωμένοι” στα ορυκτά καύσιμα είναι συνταγή για να κλείσουμε την εταιρεία σε μερικά χρόνια. Μπορεί να είναι πέντε, δέκα ή είκοσι, δεν το ξέρω αυτό. Άρα, πρέπει να αλλάξουμε και για να υπάρχουμε τα επόμενα 20 χρόνια, αλλά και για να βοηθήσουμε την Ελλάδα στη μετάβασή της προς την Πράσινη Ενέργεια».

2. Φτάνει το φωτοβολταϊκό πάρκο που μόλις εγκαινιάσατε στην Κοζάνη, το μεγαλύτερο στη νοτιοανατολική Ευρώπη, ώστε να περάσουν τα ΕΛΠΕ στην πλευρά των «καλών» της Κλιματικής Κρίσης;

«Η απόφαση που πήραμε τον Μάρτιο του 2021, η οποία εγκρίθηκε παμψηφεί από τους μετόχους μας – το ελληνικό δημόσιο που συμμετέχει με ποσοστό 35%, την οικογένεια Λάτση που συμμετέχει με 47% και όσους συμμετέχουν Χρηματιστηρίου, αλλά και από τις τράπεζες και τους εργαζόμενους – οδήγησε στη δημιουργία του φωτοβολταϊκού πάρκου στην Κοζάνη, που δεν θα είναι και το τελευταίο (…) Η απάντηση είναι όχι, δεν φτάνει. Γι αυτό το «Vision 2025» είναι ένα πιο σύνθετο πρόγραμμα για τον μετασχηματισμό του Ομίλου και ξεκινάει από το γεγονός ότι διανύουμε μία μεταβατική φάση. Δεν είμαστε ακόμα στη φάση να πούμε ότι ο άνθρακας έχει τελειώσει. Πιθανόν η φάση του στερεού άνθρακα, στη μορφή του λιγνίτη, να βρίσκεται κοντά στην ολοκλήρωσή της. Η οικονομία του υγρού υδρογονάνθρακα και του φυσικού αερίου έχει ακόμη μερικές δεκαετίες. Και τις έχει γιατί πρακτικά δεν μπορεί να υποκατασταθεί. Ο πολύς κόσμος ξέρει ότι ενέργεια είναι το ηλεκτρικό ρεύμα. Περίπου το 60% της οικονομίας, όμως, είναι υγροί υδρογονάνθρακες. Η κίνηση είναι εξαρτημένη από αυτούς. Και θα αργήσει η υποκατάσταση από ηλεκτροκίνηση, που έχει αρχίσει και έρχεται, ενώ βέβαια θα αργήσει πάρα πολύ η Οικονομία Υδρογόνου για διάφορους τεχνικούς λόγους».

Το Φωτοβολταϊκό Πάρκο του Ομίλου ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ στην Κοζάνη
Το Φωτοβολταϊκό Πάρκο του Ομίλου ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ στην Κοζάνη

3. Μπορούμε να ζήσουμε ”χωρίς ορυκτά καύσιμα”; Και τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα, αλλά και για τα ΕΛΠΕ;

«Απανθρακοποίηση σημαίνει δέσμευση CO2. Σημαίνει υδρογόνο και πιστεύω ότι σε λίγους μήνες θα μπορέσουμε να ξεκινήσουμε μία πιλοτική, πρωτοποριακή επένδυση στο διϋλιστήριο Ελευσίνας σε πράσινο υδρογόνο. Σημαίνει επίσης βιοκαύσιμα, σημαίνει ανακύκλωση…που επιτρέπουν σε ένα σύστημα υγρών υδρογονανθράκων να παραμείνει σχετικό για την σημερινή οικονομία και την οικονομία των επόμενων 20 ετών. Ταυτόχρονα όμως, επειδή όποιος δεν αλλάζει πεθαίνει, σε 20 χρόνια από σήμερα θα πρέπει να έχουμε ήδη μία ισχυρή θέση και στη νέα ενέργεια. Η νέα ενέργεια σήμερα μεταφράζεται κυρίως σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, οι οποίες έχουν τα θέματά τους και δεν είναι οικονομία μηδενικού άνθρακα – αυτό είναι ένας μύθος και θα το δούμε μπροστά μας με ζητήματα ανακύκλωσης ή απόσυρσης ή χρήσης μπαταριών κλπ – αλλά σίγουρα κατά την χρήση της ενέργειας δεν απελευθερώνονται εκπομπές CO2. Eπενδύοντας λοιπόν πολύ γρήγορα και πολύ αποτελεσματικά στον τομέα των ΑΠΕ, προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ένα δεύτερο πυλώνα, ο οποίος θα είναι ικανοποιητικός για τα μεγέθη τα δικά μας. Μία εταιρεία με τζίρο 10 δισ., που είναι η μεγαλύτερη ίσως εταιρεία στην Ελλάδα και ως ανεξάρτητος ενεργειακός οργανισμός στην περιοχή, δεν έχει νόημα να κάνει ανανεώσιμες πηγές 20 εκατομμυρίων ευρώ. Δεν θα σημαίνει τίποτα αυτό. Γι αυτό βάλαμε ως στόχο να περιορίσουμε το ανθρακικό αποτύπωσε σε ποσοστό 50%, γιατί έτσι αρχίζεις να βάζεις ως ορατό στόχο το net zero μέχρι το 2050.»

4. Μπορούμε να συλλέξουμε ενέργεια από τον ήλιο με τα φωτοβολταϊκά. Μπορούμε όμως να την αποθηκεύσουμε για να επαρκεί μεταξύ 19:00 – 23:00 κάθε βράδυ, όταν καταναλώνουμε πολλή ενέργεια ενώ ο ήλιος έχει δύσει;

«Η τεχνολογία αποθήκευσης σήμερα, κυρίως, λειτουργεί είτε μέσω υδραυλικών ταμιευτήρων, όπου χρησιμοποιείς μεγάλες λίμνες και μετατρέπεις την ηλεκτρική ενέργεια σε δυναμική και κατόπιν την επαναφέρεις…είτε με υδρογόνο, όπου το υδρογόνο μπορεί να παίξει ρόλο στην αποθήκευση της ενέργειας (με πολλά τεχνικά θέματα που θα λυθούν ενδεχομένως μέσα στα επόμενα χρόνια), είτε με μπαταρίες. Οι μπαταρίες είναι η τεχνολογία που σήμερα είναι ήδη προσβάσιμη. Είναι πράγματι σοβαρό πρόβλημα».

5. Ρωσία: Μπορουμε χωρίς ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο;

«Η Ελλάδα έχει διϋλιστήρια με ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Είναι coastal, δηλαδή πάνω στη θάλασσα με δικά τους λιμάνια. Aυτό μας δίνει τη δυνατότητα να μπορούμε ανά πάσα στιγμή να φέρουμε δέκα τύπους αργού πετρελαίου…από Σαουδική Αραβία, από Λιβύη, από Αίγυπτο, από Αμερική, από οπουδήποτε. Είναι τεράστιο πλεονέκτημα αυτό, που πολλά από τα ευρωπαϊκά διϋλιστήρια δεν το διαθέτουν. Εμείς είχαμε 15% ρωσικό αργό πετρέλαιο μέσα στο ”μείγμα” που αγοράζαμε. Με την έναρξη τής εισβολής στην Ουκρανία σταματήσαμε να το αγοράζουμε. Δεν ήταν θέμα κυρώσεων, ήταν ζήτημα εταιρικών αρχών. Το υποκαταστήσαμε με άλλο αργό πετρέλαιο και δεν πιστεύω ότι θα έχουμε κανένα ζήτημα ενεργειακής προμήθειας ως εταιρεία, αλλά και ως Ελλάδα στο αργό πετρέλαιο. Στο φυσικό αέριο τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Υπάρχει σε ποσοστό μεγαλύτερο από 15-20% στην ελληνική αγορά, αλλά τα τελευταία 10-15 χρόνια οι συμφωνιες για αέριο από το Αζερμπαϊτζάν και από άλλες πηγές δίνουν ευελιξία στην Ελλάδα. Εάν, δηλαδή, κάποιος κατέβαζε ένα διακόπτη αύριο το πρωί κι έλεγε ότι δεν υπάρχει ρωσικό αέριο, προφανώς τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα και θα υπήρχε (και) οικονομικό πρόβλημα, ωστόσο η Ελλάδα θα ήταν σε καλύτερη θέση από άλλες χώρες στην κεντρική Ευρώπη».

6. Μπορεί η Ελλάδα να αποκτήσει δικά της αποθέματα σε αέριο, ώστε να μην εξαρτάται στον ίδιο βαθμό στο μέλλον από αγορές όπως η Ρωσία;

«H απάντηση είναι ναι. Και είναι μέρος της στρατηγικής μας για τη μετάβαση σε πιο καθαρή οικονομία. Τα ΕΛΠΕ ανέλαβαν τα εννέα από τα έντεκα μπλοκ (”οικόπεδα” για έρευνα με στόχο τον εντοπισμό κοιτασμάτων) που βγήκαν στην αγορά. Αν με ρωτάτε, ήταν λάθος. Γιατί υπάρχει πολύ μεγάλη συγκέντρωση και για τη χώρα – σε μία εταιρεία, αλλά και για την εταιρεία – σε μία γεωγραφική περιοχή. Μία από τις στρατηγικές κινήσεις μας ήταν να αποσυρθούμε από κάθε έρευνα on shore (ηπειρωτική Ελλάδα). Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει (κοίτασμα), αλλά αυτή ήταν απόφαση της εταιρείας. Παράλληλα, όπου βλέπαμε πιθανότητα για πετρέλαιο αντί για φυσικό αέριο, είπαμε ότι σταματάμε. Υπάρχουν δύο περιοχές στην Ελλάδα που παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Ένα είναι το Ιόνιο, όπου είναι εντελώς δικά μας τα μπλοκ και ολοκληρώσαμε τις πρώτες σεισμικές έρευνες, που εξελίχθηκαν εξαιρετικά και με άψογη περιβαλλοντική επίδοση. Πιστεύουμε ότι στον επόμενο χρόνο θα ολοκληρωθεί η μελέτη και πιθανότατα θα πάμε σε 3D, δηλαδή έρευνα (απεικόνιση) σε μεγαλύτερη ανάλυση και ιδανικά να προχωρήσουμε και σε εξόρυξη. Αυτό θα πάρει από δύο εως πέντε χρόνια. Στην Κρήτη, έχουν καθυστερήσει περισσότερο τα πράγματα. Η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι χρειαζόμαστε μεγαλύτερη αυτονομία κινήσεων και πιθανότατα κι εκεί θα έχουμε μία επιτάχυνση των εργασιών».

7. Η Ελλάδα ”βογγάει” για τις τιμές των καυσίμων και της ενέργειας. Τα ΕΛΠΕ πανηγυρίζουν;

«Η αλήθεια είναι ότι βογγάμε και εμείς. Γιατί, ο κόσμος μπορεί να μην το καταλαβαίνει, όμως ο μεγαλύτερος καταναλωτής ενέργειας στη χώρα είναι τα διϋλιστήρια. Η ελληνική αγορά καταναλώνει 55-60 τεραβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως. Τα ΕΛΠΕ καταναλώνουν 16 τεραβατώρες. Είναι πάρα πολύ ακριβό το ρεύμα, πάρα πολύ ακριβή η ενέργεια και βεβαίως με το κόστος εκπομπής CO2, που έχει φτάσει ”στον Θεό”, είμαστε από αυτούς που υποφέρουν. Να σας πω ενδεικτικά, ότι αντιμετωπίζουμε ένα αυξημένο κόστος 200-250 εκατομμυρίων σε σύγκριση με πέρυσι. Ούτε ένα σεντ δεν έχει περάσει στον καταναλωτή. Κακώς από εταιρικής πλευράς. Καλώς για την κοινωνία. Αγοράζουμε το πετρέλαιο, το διϋλίζουμε και το πουλάμε. Αν ανεβαίνουν οι τιμές, δεν ευθυνόμαστε εμείς – ειδικά όταν το 60% είναι φόροι. Και το ξαναλέω, έχουμε επιβαρυνθεί 200-250 εκατομμύρια σε σχέση με πέρυσι, από τα οποία δεν έχουμε μετακυλήσει τίποτα στην αγορά. Προφανώς, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί ες αεί».

Παρακολουθηστε ολόκληρη την συνέντευξη (20′) του Ανδρέα Σιάμισιη στο fireside του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.





ΠΗΓΗ