Από τα τέλη του περασμένου έτους η Τουρκία παρουσιάζεται να επιστρέφει στο δόγμα Νταβούτογλου περί «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονές της», με μόνη εξαίρεση την Ελλάδα και την Κύπρο.

Το τουρκικό καθεστώς αντιλήφθηκε ότι η υπερεξάπλωση της Τουρκίας σε Καύκασο, Κεντρική Ασία, Περσικό Κόλπο, Μέση Ανατολή, Αφρική και Ευρώπη άρχισε να προκαλεί αντισυσπειρώσεις και περνά σε φάση εδραίωσης της παρουσίας της και λείανσης των εντάσεων με τους κατά τόπους περιφερειακούς παίκτες.

Με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα η στροφή ήταν εντυπωσιακή και τα τέλη Νοεμβρίου υπεγράφησαν οικονομικές συμφωνίες αρκετών δισεκατομμυρίων.

Η προσέγγιση με την κεντρική σουνιτική χώρα του Περσικού, τη Σαουδική Αραβία, δεν είναι τόσο εντυπωσιακή, αλλά οι πάγοι λιώνουν και πρόσφατα ο Ερντογάν ανακοίνωσε ότι τον Φεβρουάριο θα την επισκεφθεί.

Με την Αίγυπτο η προσπάθεια επαναπροσέγγισης δεν πάει καλά εξαιτίας της σθεναρής στάσης της Αιγύπτου, αλλά η Τουρκία δεν αποθαρρύνεται, περιόρισε τις στενές σχέσεις με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, ενώ επανειλημμένα της έχει προτείνει να συζητήσουν για τις θαλάσσιες ζώνες, δελεάζοντάς την ότι θα της δώσει περισσότερα από ό,τι η Ελλάδα (με την ξένη ΑΟΖ η Τουρκία είναι κουβαρντάς).

Το Ισραήλ, διά στόματος του πρέσβη του στην Αθήνα τον προηγούμενο μήνα, δήλωσε ότι βλέπει θετικά την εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία, αλλά υπό όρους, όπως να σταματήσει να στηρίζει ακραίες ισλαμιστικές οργανώσεις (Αδελφούς Μουσουλμάνους, Χαμάς κ.λπ.).

Ακόμα και με την Αρμενία, που είναι γονατισμένη από τον πόλεμο στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, ξεκίνησαν την Παρασκευή στη Μόσχα κύκλο συνομιλιών για την εξομάλυνση των σχέσεών τους.        

Με τις μόνες χώρες της περιοχής που δεν έχουν μειώσει οι Τούρκοι την επιθετική ρητορική είναι με την Ελλάδα και την Κύπρο. Ίσα ίσα, το τελευταίο διάστημα οι κορυφαίοι συνεργάτες του Ερντογάν, Ακάρ, Τσαβούσογλου, Μπαχτσελί, Σοϊλού κ.λπ. συναγωνίζονται ποιος θα προχωρήσει στην πιο προκλητική δήλωση κατά της Ελλάδας έχοντας στο στόχαστρο κυρίως τα νησιά του Αιγαίου, αλλά και τη Δυτική Θράκη. Όταν η συζήτηση πάει στην Ελλάδα και στην Κύπρο, ξεχνούν το ξαναζεσταμένο δόγμα Νταβούτογλου και επιτίθενται με τον κλασικό τους τρόπο. 

Πρόσφατα, ο Ε. Μακρόν δήλωσε ότι«το πολιτικό και πολιτισμικό σχέδιο του Ερντογάν δεν έχει καμία σχέση με τις ευρωπαϊκές αξίες. Η Τουρκία έχει σχέδιο να επεκτείνει το πολιτικό ισλάμ, να μην αναγνωρίσει την Κύπρο και να ασκεί επιθετική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο». Ο εκπρόσωπος του AKP Ομ. Τσελίκ έσπευσε να επιτεθεί στον Μακρόν, χλευάζοντάας τον ότι δεν κάνει τίποτε άλλο από το να υπερασπίζεται διαρκώς την Ελλάδα και την Κύπρο.

Αλλά και τα μηνύματα που φτάνουν από τις ΗΠΑ δεν είναι καθησυχαστικά. Η διαρροή-προτροπή των ΗΠΑ, μέσω του γνωστού non paper, ότι καλό θα ήταν να μην υλοποιηθεί ο EastMed για να μην οξυνθούν οι σχέσεις με την Τουρκία, αυξάνουν την πίεση στην ελληνική πλευρά.

Άλλωστε οι ΗΠΑ, με τη διαπραγμάτευση με τη Ρωσία ζωντανή για το μέλλον της Ουκρανίας, δεν θα έβλεπε άσχημα την επεναπροσέγγιση με την Τουρκία, προκειμένου η Ρωσία να νιώθει την απειλή της Δύσης και από τη νοτιοδυτική της πλευρά μέσω της Τουρκίας, όπως στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.

Μπορεί το σενάριο αυτό να φαντάζει αρκετά μακρινό, αλλά με τη ρευστότητα που επικρατεί στην περιοχή και την επιδεξιότητα του Ερντογάν να πιάνει τις ευκαιρίες τίποτα δεν θεωρείται απίθανο.  

Η εσωτερική υπονόμευση

Η τουρκική στοχοθεσία, το 2022 να αποτελέσει το έτος που θα κανονίσει τους λογαριασμούς της με την Ελλάδα και την Κύπρο, προκαλεί εκ νέου τρόμο στο εγχώριο σύστημα εξουσίας και ακούγονται και πάλι σε διάφορα ΜΜΕ φωνές για επιθετική κίνηση της Τουρκίας τους επόμενους μήνες.

Η κυβέρνηση, ενώ σε γενικές γραμμές κράτησε ικανοποιητική στάση στον Έβρο πριν δύο χρόνια, το καλοκαίρι του 2020 ή αργότερα, με την αγορά των Ραφάλ, το πρόγραμμα με τις φρεγάτες και κυρίως την υπογραφή της ελληνογαλλικής συμφωνίας, το προηγούμενο διάστημα έριχνε τους τόνους στο εσωτερικό για τον κίνδυνο της τουρκικής επιθετικότητας, ακολουθώντας την τουρκική τακτική που ήθελε για ένα διάστημα να ηρεμήσουν τα πνεύματα.

Αυτή η συνειδητή προσπάθεια της κυβέρνησης να περάσουν έστω και προσωρινά τα ελληνοτουρκικά σε δεύτερη μοίρα, της γύρισε μπούμερανγκ.

Αν η κυβέρνηση δεν έπαυε να υπενθυμίζει με συνέπεια ότι η τουρκική συμπεριφορά του 2020 δεν ήταν μια συνηθισμένη όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά μια φάση του εν εξελίξει σχεδίου της Τουρκίας να υπονομεύσει την ελληνική κυριαρχία, θα άφηνε μικρότερα περιθώρια κινήσεων στο εσωτερικό μέτωπο.

Ο Σύριζα με μεγαλύτερες απώλειες θα καταψήφιζε την ελληνογαλλική συμφωνία και ούτε θα περνούσε στα ψιλά η δίχως προηγούμενο στα μεταπολιτευτικά χρόνια απόφασή του να μην υπερψηφίσει τις αμυντικές δαπάνες για τον προϋπολογισμό του 2022.

Επίσης εντύπωση προκαλούν υποστηρικτές της κατευναστικής πολιτικής με τη συνεχή αρθρογραφία τους, όπως για παράδειγμα τα άρθρα του κ. Π. Ιωακειμίδη όπου φαίνεται σαν να επαναλαμβάνουν τις τουρκικές δηλώσεις, ότι για παράδειγμα ο επανεξοπλισμός μας είναι τσάμπα κόπος, μιας και δεν έχουμε δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε την Τουρκία. 

Το ξεδίπλωμα της νέας φάσης τουρκικής επιθετικότητας από τη μια και η εσωτερική χαλάρωση στο εσωτερικό σε επίπεδο κοινής γνώμης, αλλά και υπονόμευσης που προκαλεί από την μια ο Σύριζα και από την άλλη το πλέγμα διάφορων ΜΜΕ και δεξαμενών σκέψης, δηλαδή ο αριστερός και ο δεξιός εθνομηδενισμός, δημιουργούν ανησυχητικές συνθήκες στην αρχή του χρόνου. 

Το ξύπνημα του λαϊκού σώματος και η πίεση προς την κυβέρνηση να παραμείνει πιστή στο δόγμα της αποτροπής και να μην ολισθήσει εκ νέου στις κατευναστικές σειρήνες είναι αναγκαίο για να αντιμετωπιστεί η νέα φάση του τουρκικού επεκτατισμού.

Άλλωστε βρισκόμαστε σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με πριν δύο χρόνια, εκείνο το πρώτο σκίρτημα έφερε αποτελέσματα και σε επίπεδο διπλωματικής αναβάθμισης (π.χ. οι αμυντικές συμφωνίες με Γαλλία και ΗΑΕ), αλλά και εξοπλισμού και προετοιμασίίας των Ενόπλων Δυνάμεων.         





ΠΗΓΗ