* Κείμενο εργασίας του Λόη Λαμπριανίδη, Καθηγητή Πανεπιστημίου Μακεδονίας, πρώην Γενικού Γραμματέα Ιδιωτικών Επενδύσεων Υπουργείου Οικονομίας & Ανάπτυξης, στο Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ

Τα τελευταία 40 χρόνια, σε διεθνές επίπεδο, γνωρίσαμε μια τεράστια ενίσχυση των πολυεθνικών επιχειρήσεων (ενεργειακών, παραγωγικών, χρηματοπιστωτικών, και πιο πρόσφατα των κολοσσών του διαδικτύου), παράλληλα με μια μεγάλη άνοδο της ανισότητας και με ένα περιορισμό του ρυθμού ανάπτυξης σε σχέση με την πρώτη μεταπολεμική περίοδο 1945-1980.

Ειδικότερα στον ενεργειακό τομέα, η τάση γιγάντωσης που είχε παρατηρηθεί πολύ πριν (π.χ. στις ΗΠΑ ήδη από μετά το 1870), απέκτησε μέσω των ιδιωτικοποιήσεων (κυρίως από τη δεκαετία του ’80) νέα ορμή.

Τα χαρακτηριστικά των προηγούμενων τεχνολογιών παραγωγής ενέργειας (ιδίως γαιάνθρακα, πετρελαίου, φυσικού αερίου και πυρηνικής ενέργειας), δηλαδή εκείνων που απαιτούσαν χωρικά εντοπισμένους πόρους, και ο πολύ σημαντικός κεφαλαιουχικός εξοπλισμός που απαιτούνταν, οδήγησαν σε μια εξαιρετικά μεγάλη συγκέντρωση της παραγωγής και της διανομής της ενέργειας παγκοσμίως.

Στην Ελλάδα η συγκέντρωση στον τομέα των υγρών καυσίμων εδραίωσε την επιρροή ελάχιστων επιχειρηματικών ομίλων που σύντομα, πέραν της οικονομικής ισχύος, τους έδωσε και σημαντικό έλεγχο στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, στον επαγγελματικό αθλητισμό και σε τελευταία ανάλυση στην ίδια την πολιτική ζωή της χώρας.

Μάλιστα, απέκτησαν αυτή την ισχύ παρόλο που στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας η συγκέντρωση αυτή αντισταθμίστηκε εν μέρει από την παρουσία του Δημοσίου, καθώς μέχρι σχετικά πρόσφατα η ΔΕΗ κατείχε κυρίαρχη και παλαιότερα μονοπωλιακή θέση. 

Θεωρούμε την τάση αυτή επικίνδυνη και από την καθεαυτή οικονομική σκοπιά (πιθανή αύξηση κόστους της ενέργειας) ως αποτέλεσμα της ολιγοπώλησης με διαρκώς μειούμενο κρατικό ρόλο, αλλά κυρίως από κοινωνικοπολιτική άποψη.

Και τούτο διότι η επίδραση του προκύπτοντος ενεργειακού ολιγοπωλίου στην πολιτική μας ζωή, με την έμμεση και άμεση δύναμη που διαθέτει και χωρίς την αντισταθμιστική ισχύ του κράτους ή και ενός πλέγματος μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) και συνεταιρισμών παραγωγής ενέργειας, κινδυνεύει να καταστήσει τη δημοκρατία μας ένα κέλυφος άνευ περιεχομένου.

Τα αρνητικά της ολιγοπώλησης δεν περιορίζονται εδώ, καθώς απειλούν και τα φορολογικά έσοδα του κράτους, αλλά και το τελικό ποσοστό της παραγόμενης αξίας από την ενέργεια που παραμένει στη χώρα.   

Ακόμα πιο κρίσιμο είναι ότι αυτή η εξέλιξη, ιδιαίτερα ως προς τις ΑΠΕ που θα μας απασχολήσουν εδώ, δεν περιέχει κανένα βαθμό αναγκαιότητας.

Η έλευση των ΑΠΕ (φωτοβολταϊκών, αιολικών, βιομάζας και μικρών ιδίως υδροηλεκτρικών) σηματοδοτεί μια θεμελιώδη στροφή, με την έννοια ότι δεν υφίστανται οι περιορισμοί των προηγούμενων τεχνολογιών ενέργειας: οι πόροι δεν είναι χωρικά εντοπισμένοι και δεν απαιτείται τόσο σημαντικός κεφαλαιουχικός εξοπλισμός για την παραγωγή της.

Έτσι, η παραγωγή ενέργειας μπορεί να αποκεντρώνεται και είναι δυνατόν να παραχθεί και από πολλές μικρές ή μεσαίου μεγέθους μονάδες, αλλά ακόμη και από τους ίδιους τους καταναλωτές, χωρίς να υπάρξει αξιόλογη απώλεια από την έλλειψη των οικονομιών κλίμακας.

Η στροφή στις ΑΠΕ, για την ηλεκτροπαραγωγή ιδίως, πρέπει να ολοκληρωθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, εν πολλοίς μέχρι το 2030 για να επιτευχθούν οι στόχοι που έθεσε η ΕΕ για τον περιορισμό των ρύπων. Μάλιστα, η στροφή αυτή θα επιταχυνθεί και με την ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης. Έτσι, πολλά ή μάλλον τα περισσότερα θα κριθούν τα αμέσως επόμενα χρόνια. 

Εμφανίζεται επομένως ένα ορισμένο παράθυρο ευκαιρίας για τη χώρα ώστε να αποφευχθεί η όχι αναγκαία, από την άποψη της αποτελεσματικότητας, κυριαρχία των μεγάλων επιχειρήσεων στον αναδυόμενο τομέα ενέργειας των ΑΠΕ και να ανακοπεί η πορεία προς την ολιγοπώλησή τους.

Όμως αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει ήδη είναι μια τάση υπερσυγκέντρωσης των ΑΠΕ (από ανεμογεννήτριες μέχρι φωτοβολταϊκά) σε πολύ λίγα χέρια, ορισμένες φορές μάλιστα με συγκαλυμμένο τρόπο και κυρίως με δυνατότητα για εξασφαλισμένη μακροχρόνια υψηλή κερδοφορία.

Εάν δεν αποτραπεί αυτή η εξέλιξη, τότε απλώς οι λίγοι επιχειρηματικοί όμιλοι που κυριαρχούν σήμερα στην αγορά ενέργειας από ορυκτά καύσιμα θα αντικατασταθούν ή και θα συμπληρωθούν από αντίστοιχο αριθμό προερχόμενων από την αγορά  ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, με προφανείς κινδύνους για την οικονομία και τη δημοκρατία μας.

Μάλιστα, με δεδομένη την ιδεολογικο-πολιτική απόφαση για συρρίκνωση των δημόσιων επιχειρήσεων (βλ. ΔΕΗ), η κυριαρχία των μεγάλων ομίλων στην αγορά ενέργειας θα είναι ακόμη εντονότερη από της προηγούμενης περιόδου.

Όπως λειτουργεί η παραγωγή ενέργειας μέσω ΑΠΕ σήμερα, αφήνει ελάχιστη προστιθέμενη αξία στη χώρα, δεν δημιουργεί όσες θέσεις απασχόλησης θα μπορούσαν να δημιουργηθούν υπό άλλο σχεδιασμό και συχνά προκαλεί σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον.

Επίσης, δεν συμβάλλει στη μείωση της τιμής της ενέργειας στον καταναλωτή αλλά και στη βιομηχανία, ούτε στο να καλυφθεί το ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο ενέργειας.

Θέματα που θα πρέπει να αποτελούν υψηλή προτεραιότητα και απαιτούν τη λήψη άμεσων μέτρων προς αυτή την κατεύθυνση (π.χ.  πρέπει να προχωρήσει άμεσα το Ειδικό Χωροταξικό για τις ΑΠΕ, ώστε να τηρούνται αυστηροί όροι ως προς τη χωροθέτηση και τη λειτουργία τους, που να διασφαλίζουν την προστασία της φύσης και του περιβάλλοντος).

Παράλληλα, υφίστανται αρκετά σημαντικά ερωτήματα για το ενεργειακό μας μέλλον σε σχέση με την αξιοπιστία/σταθερότητα του ενεργειακού δικτύου και οι απαντήσεις δεν φαίνονται πάντοτε εύκολες ή οριστικές.

Για παράδειγμα, χρειάζεται παράλληλα με τις ΑΠΕ να υπάρχει και κάποια παραγωγή ενέργειας από ορυκτά καύσιμα (βλ. λιγνίτη, φυσικό αέριο) για τη διασφάλιση της αδιατάρακτης τροφοδοσίας;

Ποια μέθοδος αποθήκευσης της ενέργειας που παράγεται από ΑΠΕ πρέπει να προτιμηθεί (π.χ. πράσινο υδρογόνο, μπαταρίες, αντλησιοταμίευση κ.ά.);

Αλλά και πολλά άλλα θέματα που έχουν ανακύψει σχετικά με τις ΑΠΕ αναμένουν την οριστική τους διευθέτηση.

Όλα αυτά είναι εξαιρετικής σημασίας διακυβεύματα, αλλά στο παρόν κείμενο εργασίας, που αποτελεί μια πρώτη προσέγγιση ενός εξαιρετικά πολύπλοκου ζητήματος, θα επικεντρωθούμε κυρίως στα ζητήματα ιδιοκτησίας των ΑΠΕ και στα εξ αυτής ανακύπτοντα μείζονα  προβλήματα.    

Το κείμενο είναι ένα κάλεσμα για μια ευρεία συμμαχία κοινωνικών, πολιτικών, οικολογικών και παραγωγικών δυνάμεων, με στόχο την αποφυγή ολιγοπώλησης της παραγωγής ενέργειας και τα εξ αυτής προερχόμενα αρνητικά αποτελέσματα για την οικονομία και τη δημοκρατία μας.

Τα χρονικά περιθώρια αντίδρασης είναι στενά, σχεδόν ασφυκτικά. Η ολιγοπωλιακή ένταση δεν αποκλείεται δυνητικά να απολήξει εν τέλει σε αντιαναπτυξιακή κατεύθυνση, με κινδύνους και για την ουσία της δημοκρατίας φαινόμενο που εμπειρικά απαντάται διεθνώς και που θα συμβάλλει καθοριστικά σε επιδείνωση των ανισοτήτων, της ανάπτυξης και της δημοκρατίας στη χώρα μας.

Η παρούσα κυβέρνηση, καθώς όλα δείχνουν, θα διαμορφώσει ένα πλαίσιο «παραχώρησης» του τομέα των ΑΠΕ σε λίγα μεγάλα ολιγοπώλια, που ανήκουν σε μερίδες του εθνικού ή και διεθνούς κεφαλαίου, με αποτέλεσμα τον έλεγχο της ενεργειακής αυτάρκειας της χώρας, αλλά και μεσομακροπρόθεσμα την οικονομική και κοινωνικο-πολιτική κυριαρχία τους επί της χώρας.

Αυτό που υποστηρίζουμε είναι πως για την παραγωγή των ΑΠΕ χρειάζεται ένα μείγμα επενδυτικών σχημάτων που θα απαρτίζεται από δημόσιες, συνεταιριστικές, ατομικές, ΜμΕ και μεγάλες επενδύσεις.

 

Όλο το κείμενο εργασίας: https://bit.ly/32r1Kcf 

 





ΠΗΓΗ