Στην αιχμή της επικαιρότητας των θεμάτων της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες το περίφημο άρθρο 2 της συμφωνίας «μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Γαλλικής Δημοκρατίας για την εγκαθίδρυση στρατηγικής εταιρικής σχέσης για τη συνεργασία στην άμυνα και την ασφάλεια».

Με αφορμή και την αναζωπύρωση της εφαρμογής της εξαναγκαστικής στρατηγικής των πλωτών γεωτρυπάνων από την Τουρκία, «καθώς το Oruc Reis βγαίνει ξανά στην Ανατολική Μεσόγειο για έρευνες, στις θαλάσσιες περιοχές βόρεια της Κύπρου μέχρι τις 16 Δεκεμβρίου», δεν μπορεί παρά να γεννώνται ευσεβείς πόθοι για τα μελλοντικά του αποτελέσματα, ιδίως ως προς την ανάσχεση των εξωτερικών απειλών.

Σε μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε να καταγραφεί ως μια μορφή εξωτερικής εξισορρόπησης έναντι του απειλητικότερου περιφερειακού δρώντα –της Τουρκίας.

Παρά ταύτα, σε μια βαθύτερη ανάλυση καταδεικνύεται ότι η εν λόγω συμφωνία ερείδεται σε τέσσερις κεντρικούς πυλώνες άμεσα υπολογίσιμους για την Ελληνική εξωτερική πολιτική.

Εκκινώντας από τη στρατηγική συνεργασία παρατηρούμε ότι εντάσσονται ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος «ιδίως στον πολιτικό τομέα, στον στρατιωτικό τομέα και στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, εντός του πλαισίου των αμοιβαίων δεσμεύσεων ασφαλείας που έχουν αναληφθεί βάσει δεσμευτικών και για τα δύο συνθηκών και συμφωνιών και επιδιώκοντας την πλήρη εφαρμογή αυτών» (άρθρο 1).

Συνακόλουθα τα δύο μέρη επικαλούνται το δικαίωμα της νόμιμης άμυνας σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών για να καταλήξουν στη διαπίστωση ότι «έχουν την κύρια ευθύνη για την άμυνα και ασφάλειά τους, […] ενώ ο Οργανισμός της Συνθήκης Βορείου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ) παραμένει το θεμέλιο της συλλογικής τους άμυνας, [και] συνεχίζουν να ενισχύουν την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας της Ε.Ε., η οποία πρέπει να συμπεριλαμβάνει την προοδευτική διαμόρφωση μίας Πολιτικής Άμυνας της Ένωσης» (άρθρο 3).

Εν συνεχεία, ο δεύτερος πυλώνας τονίζει την εμβάθυνση της συνεργασίας των δύο κρατών σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, ενισχύοντας ταυτόχρονα το ρόλο της Ευρώπης στον κόσμο (άρθρο 10) δίνοντας έμφαση στις εξωτερικές τους σχέσεις με τις «κυριότερες περιφερειακές δυνάμεις, κυρίως στη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και τα Βαλκάνια» με αντικειμενικό πολιτικό στόχο «την πολυμέρεια, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας», τον περιορισμό της διάδοσης των «Όπλων Μαζικής Καταστροφής, τον έλεγχο των εξοπλισμών, τη μετανάστευση, τη θαλάσσια ασφάλεια, τις υβριδικές απειλές και προκλήσεις, τις ρηξικέλευθες τεχνολογίες και την τεχνητή νοημοσύνη» (άρθρο 11).

Δεν παραλείπονται και τα ενεργειακά θέματα στη Μεσόγειο και οι εξωτερικές σχέσεις με τις «ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα» (άρθρο 12).

Ο τρίτος πυλώνας εστιάζεται στη «στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των Μερών» θέτοντας ως αντικειμενικό «στόχο την ανάπτυξη μίας κοινής στρατηγικής κουλτούρας και τη βελτίωση της διαλειτουργικότητας μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεών τους προς αμοιβαίο όφελος των δύο Μερών» (άρθρο 17).

Ενώ ο τελευταίος και σημαντικότερος πυλώνας, υπό την έννοια της άμεσης κατοχύρωσης οικονομικοπολιτικών αποτελεσμάτων, είναι η συνεργασία στους τομείς των εξοπλισμών και των βιομηχανιών άμυνας και ασφάλειας. Τα δύο μέρη «επιδιώκουν κατά το δυνατόν, να αναπτύξουν μία βιομηχανική εταιρική σχέση που θα συμπεριλαμβάνει ελληνικές και γαλλικές αμυντικές εταιρείες. 

Εντός του πλαισίου συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην άμυνα και την ασφάλεια, και σύμφωνα με τη νομοθεσία της ΕΕ, επιδιώκουν λύσεις που προωθούν τη βιομηχανική εταιρική σχέση μεταξύ ελληνικών και γαλλικών εταιρειών, κάθε φορά που αναζητούν εξοπλισμούς ή πραγματοποιούν έργα από κοινού» (άρθρο25).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εν λόγω συμφωνία «στηρίζεται στις διμερείς Συμφωνίες που ισχύουν μεταξύ των Μερών σχετικά με τη συνεργασία στον τομέα των εξοπλισμών, και δεν θίγει την ισχύ τους» (άρθρο 24).

Οι ανωτέρω εταιρικές δεσμεύσεις δύναται να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα της ιστορικής διαχρονίας και της θεωρίας συμμαχιών. Προσημειώνοντας ότι η Ελληνογαλλική συμφωνία τείνει περισσότερο προς μια μορφή σύμπραξης μεταξύ δυο διαφορετικής βαθμίδας, θέσης και ρόλου κρατών και λιγότερο σε μια «κοινότητα συμφερόντων» για κοινή πολιτικοστρατηγική δράση σε μια κοινή απειλή, θα αναδιφήσουμε στην ιστορική εμπειρία για την καταγραφή ανάλογων περιπτώσεων.

Ως κοντινό παράδειγμα δύναται να υπομνησθεί το Σύμφωνο Φιλίας, Συνδιαλλαγής και Δικαστικού διακανονισμού που συνάφθηκε τον Σεπτέμβριου του 1928 μεταξύ Ελλάδας-Ιταλίας.

Η πολιτικοστρατηγική συνεννόηση της Αθήνας με τη μείζονα μεσογειακή ναυτική δύναμη της εποχής, προέβλεπε μεταξύ και άλλων την αμοιβαία πολιτικοδιπλωματική υποστήριξη «ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὰ συμφέροντα καὶ ἡ ἀσφάλεια ἑνὸς τῶν ὑψηλῶν συμβαλλομένων μερῶν ἤθελον ἀπειληθῇ συνεπείᾳ βιαίων εἰσβολῶν προερχομένων ἔξωθεν».

Η αποκατάσταση των πολιτικοδιπλωματικών σχέσεων με την Ιταλία αναγόταν σε αξονική αρχή της εξωτερικής πολιτικής του Ελευθέριου Βενιζέλου. Αφενός γιατί συνωθούσε στη διεύρυνση του διπλωματικού ορίζοντα της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αυξάνοντας τα περιθώρια επιλογών, ελιγμών και εξισορροπήσεων με συνεπαγόμενο τη διασφάλιση ενός βαθμού ανεξαρτησίας από τον αγγλογαλλικό άξονα.

Αφετέρου γιατί ενίσχυε τη θέση-ρόλο-γόητρο της Ελλάδας στο περιφερειακό της υποσύστημα, αποκαθιστώντας την ισορροπία διαπραγματευτικής ισχύος με τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη.

Υπό αυτό το πρίσμα το Ελληνοϊταλικό σύμφωνο αποκρυσταλλώνονταν στην πολιτικοστρατηγική σύμπραξη της Αθήνας με τη Ρώμη ως μέσο εξωτερικής πολιτικοδιπλωματικής εξισορρόπησης και όχι ως συμμαχία.

Οι συμμαχίες είναι τυπικές ή άτυπες συμφωνίες μεταξύ δύο η περισσοτέρων κρατών για συνεργασία σε θέματα ασφάλειας. Είτε ως τυπικές συμφωνίες, είτε ως συμβόλαια ανέσεων-ευκολιών που δεσμεύουν τα κράτη-μέλη στην πολιτικοστρατιωτική τους συνεργασία για την ανάσχεση εξωτερικών απειλών, εδράζονται στην ταύτιση των κρατικών συμφερόντων και στις πολιτικές στρατηγικές-δράσεις που τα εξυπηρετούν.

Ο κύριος λόγος για την ανάπτυξη διακρατικών συμμαχιών είναι η κοινή αντίληψη περί απειλής και του αισθήματος του φόβου-αβεβαιότητας. Όπως παρατηρεί ο Kenneth Waltz: «οι συμμαχίες δημιουργούνται από τα κράτη που έχουν ορισμένα κοινά συμφέροντα. Το κοινό τους συμφέρον, είναι συνήθως αρνητικό, ο φόβος των άλλων κρατών».

Ενώ η επιτυχία ή η αποτυχία τους εξαρτάται από τον τρόπο συντήρησης-διατήρησής της. Δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο μεταφράζονται τα κοινά συμφέροντα-στόχοι, που συνενώνουν τα κράτη-μέλη, σε αποτελεσματικές επιχειρησιακές πολιτικές.

Ως εκ τούτου, η σύναψη συμμαχιών, ως πολιτική επιλογή για την εξυπηρέτηση των κυριαρχικών συμφερόντων-στόχων ενός λιγότερου ισχυρού κράτους, επιτάσσεται να συνεκτιμάται στα πλαίσια ορθολογικών υπολογισμών κόστους-οφέλους, λαμβάνοντας υπόψη την ισορροπία ισχύος εντός του διεθνούς συστήματος, σε συνάρτηση με τα στρατηγικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων που προάγονται από το συγκριτικό γεωπολιτικό πλεονέκτημα του λιγότερου ισχυρού κράτους. 

Συνεπακόλουθα οφείλουμε να υπολογίσουμε ότι οι μεγάλες δυνάμεις: «επιζητούν εκάστη ίδια συμφέροντα… Η νέα ελληνική αντίληψις καλώς εννοεί, ότι δεν δυνάμεθα να αξιώμεν από τους ξένους να είναι φίλοι της Ελλάδος. Ό,τι οφείλομεν να πράττωμεν, είναι όπως ημείς αυτοί κατορθώνωμεν να ευρίσκωμεν τους συνεργάτας και συναγωνιστάς εκάστοτε εν τω κύκλω, εν τω οποίω ευρίσκεται περισσότερα προσαρμογή των ιδικών μας συμφερόντων». (Ελευθέριος Βενιζέλος, Συνεδρίασης Βουλής, 21ης Σεπτεμβρίου 1915, σ. 128). 

Πηγή: imerazante.gr 

 





ΠΗΓΗ