Η πρόσφατη απόφαση της Συνόδου Κορυφής των ηγετών των κρατών – μελών της ΕΕ, που παραπέμπει στην πολιτική τους βούληση να αποφύγουν κυρώσεις τέτοιες, που να επιφέρουν κόστος οικονομικό και πολιτικό στην Άγκυρα, που θα αποσκοπούσαν στην υπαγωγή της σε συνθήκες διεθνούς τάξης και νομιμότητας, δεν ξένισε τους γνώστες των ευρωπαϊκών θεσμών. Τούτο γιατί το θεσμικοπολιτικό πλαίσιο της Ένωσης απηχεί, ως γνωστόν, κρατικά συμφέροντα των επιμέρους μελών της και όχι την κατά ταύτα προσδοκώμενη και επιβαλλόμενη εν προκειμένω κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής θεσμική διάσταση.

Γνωρίζουμε πως η ΕΕ δεν έχει καταφέρει να γίνει ένωση που να υπερβαίνει στην πράξη τα συμφέροντα των συμμετεχόντων κρατών – μελών, έτσι ώστε να μπορέσει να πραγματώσει το όραμα των γεννητόρων της, Αντενάουερ και Ντε Γκολ για την οικοδόμηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.

Παρά ταύτα, όμως, σε μια στιγμή, όπως η σημερινή, όπου ένα από τα παλαιότερα και πρωταγωνιστικά κράτη της Ένωσης, όπως η Ελλάδα, με το ιστορικό υπόβαθρο παγκοσμίου ακτινοβολίας, βιώνει με τον πλέον εξόφθαλμο τρόπο τη διαρκή και αμετάβλητη απειλή έναντι της εθνικής του ακεραιότητας από την τουρκική επεκτατική στρατηγική στην περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου και όχι μόνο, η ΕΕ όφειλε να στηρίξει παντί τρόπω και δη με αποφάσεις που να προκαλούν κόστος κυρίως στην τουρκική οικονομία, την ελληνική και κυπριακή υπόθεση τηρώντας βασικές αρχές αλληλεγγύης έναντι των κρατών – μελών. 

Η ΕΕ, με την κατά τα ανωτέρω στάση της, καθίσταται ως Ευρώπη αναξιόπιστος παράγοντας του διεθνούς συστήματος, πράγμα που επηρεάζει και θα επηρεάσει την περαιτέρω διαδρομή της, στέλνοντας το μήνυμα διεθνώς, αλλά και στο σύστημα των κρατών – μελών της πως συνιστά ένα θεσμό επικεντρωμένο αποκλειστικά στην οικονομία και χωρίς την ικανότητα περαιτέρω προσεγγίσεων στον πολιτικό και γεωστρατηγικό χώρο της διεθνούς πολιτικής.

Το αποτέλεσμα αυτής της Συνόδου Κορυφής αποτελεί αναμφισβήτητα μια μικρή ή μεγαλύτερη ήττα για την Αθήνα, στον βαθμό που το εκ των υστέρων διαπιστωμένο περί ισχυρών οικονομικών συμφερόντων μεγάλων κρατών μελών της Ένωσης με την Τουρκία, εξ ου και η στάση τους εις βάρος των συμφερόντων της χώρας μας, ήταν ή θα έπρεπε να είναι apriori γνωστό.

Ελλάδα και Κύπρος, κυρίως όμως η Αθήνα ως ηγέτιδα δύναμη του ελληνισμού, διαπιστώνουν κατά τρόπο εξόφθαλμα δυσάρεστο πως η επένδυση στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη σε θέματα ασφάλειας και πολιτικής στήριξης, παραπέμπει σε συνθήκες αιθεροβαμόνων, που καταλήγουν σε μια άδοξη και ατελεύτητη πορεία ενός προσδοκώμενου και ουδέποτε επελθόντος γεγονότος.

Κατά προέκταση των ανωτέρω και εν είδει συμπεράσματος, τα γεγονότα αυτά καθαυτά επιβεβαιώνουν και υποδηλώνουν τη διάσταση ότι τα έθνη – κράτη και εν προκειμένω τα κράτη της ΕΕ είναι φορείς εθνικών συμφερόντων και κατά ταύτα όταν απειλούνται, υποχρεούνται να προβάλουν άμυνα και αντίσταση υπεράσπισης των εθνικών τους συμφερόντων, μόνα και με σύναψη συμμαχιών με άλλες κρατικές οντότητες, των οποίων τα συμφέροντα συμπλέουν με τα του κατά τα ανωτέρω απειλούμενου.

Στοιχείο κλειδί για τη σημερινή φάση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, όπερ και υπογραμμίζεται μετά την πρόσφατη απόφαση της Συνόδου Κορυφής, συνιστά ο παλαιόθεν υφιστάμενος και δοκιμασμένος παράγων αποτροπή και αποτρεπτική κατά ταύτα ισχύς. Τούτο αφορά στην ικανότητα του απειλουμένου κράτους, της Ελλάδος εν προκειμένω, να διαβιβάσει αξιόπιστα το μήνυμα στην επιτιθέμενη πλευρά, αλλά και στο ευρύτερο διεθνές περιβάλλον πως η οποιαδήποτε επιβουλή εις βάρος της εθνικής κυριαρχίας, εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, θα επέφερε ανυπερθέτως στον επιτιθέμενο, μείζονα πλήγμα στρατιωτικής και όχι μόνο υφής. Τούτο συνιστά το αλφαβητάριο της αποτροπής ή πιο σωστά το κατά JohnMearsheimer γνωστό «η ισχύς αποτελεί για τις διεθνείς σχέσεις ότι για την οικονομία το χρήμα».

Η ελληνική διπλωματία, ούσα ικανή να εκπέμπει σε κρίσιμες στιγμές και κατά περιόδους φωτεινές διαδρομές στον διεθνή χώρο και δη στα περιφερειακά δρώμενα, πέτυχε προσφάτως να συνάψει μια σημαντική προσέγγιση με χώρες της περιοχής, όπως η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που συνιστούν γεωστρατηγική διείσδυση στον γεωπολιτικά κρίσιμο χώρο της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, ενώ ταυτόχρονα διατηρούνται οι άριστες διπλωματικοπολιτικές σχέσεις με το Ισραήλ, που αποτελεί και παράγοντα – κλειδί για τις όποιες εξελίξεις ειρήνης και πολέμου για την περιοχή.

Οι ανωτέρω σημαντικές, θετικές για τα ελληνικά συμφέροντα συμμαχικές διαδρομές, για να μπορέσουν να έχουν συνέχεια στο πλαίσιο μιας αποτελεσματικής εφαρμογής, οφείλουν να συνοδεύονται από σταθερή προβολή αποφασιστικής θέλησης και προβολή ισχύος εν προκειμένω από μέρους των Αθηνών, έτσι ώστε η Ελλάδα να παραμένει αξιόπιστη και σεβαστή στην οπτική και την στρατηγική προσέγγιση συμμαχικών και όχι μόνο χωρών. Δηλαδή οι τρίτες χώρες να υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τους στις στρατηγικές κινήσεις τους, εκούσες άκουσες, την Αθήνα.

Η κατά καιρούς διατυπούμενη βερμπαλιστική επίκληση του διεθνούς δικαίου, αποφεύγοντας ή μη πραγματώνοντας την εφαρμογή των διεκδικούμενων δικαιωμάτων της χώρας, όπως απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της θάλασσας, όχι μόνο δεν συμβάλλουν στην εμπέδωση της εικόνας μιας αξιόπιστης δύναμης διεθνούς συνεργασίας, αλλά αντιθέτως υποβαθμίζουν την αξιοπιστία των Αθηνών, ενώ ταυτόχρονα στέλνεται το μήνυμα προς την πλευρά του επιτιθέμενου επιβουλέα, της Τουρκίας εν προκειμένω, πως η άλλη πλευρά δεν είναι αρκούντως αποφασισμένη να υπερασπιστεί πάση δυνάμει, εθνικά δίκαια, δικαιώματα και επικράτεια.

Κατ’ αυτό τον τρόπο δεν διευκολύνεται η επίτευξη της προσδοκώμενης ειρήνης, αλλά πολύ περισσότερο ενισχύεται η έλευση της σύγκρουσης, καθώς η αναθεωρητικά επιτιθέμενη πλευρά πολλαπλασιάζει τις διεκδικήσεις της εκλαμβάνοντας την αποφυγή πραγμάτωσης και υπεράσπισης δικαίων και δικαιωμάτων ως συναφές γεγονός με τον φόβο. Το παράδειγμα της Συμφωνίας του Μονάχου παραμένει ως οιονεί παρούσα προς αποφυγή παραδειγματική εξέλιξη.





ΠΗΓΗ