Στην περίφημη δεξίωση για την «αποκατάσταση της Δημοκρατίας», η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πρώην ανώτατη δικαστικός, απεφάνθη πως «Η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους». Δεν ξέρουμε αν η Κα Πρόεδρος είχε κάτι ειδικό υπ’ όψιν της, όμως άνοιξε ένα τεράστιο ζήτημα, αυτό της σχέσεως του «κοινού περί δικαίου αισθήματος» με αυτό του Δικαίου και της απονομής δικαιοσύνης.

Ιστορικώς, η έννοια Δικαίου ανταποκρινόταν στην περί δικαίου αντίληψη του λαού, δηλαδή στο «κοινό περί δικαίου αίσθημα». Τούτο προέκυπτε από την εκάστοτε επικρατούσα «ηθική» ή άλλως της «κοινώς εννοουμένης ως ηθικής». Υπενθυμίζουμε πως ο όρος «ηθική» προέρχεται από το «ήθος», που σήμαινε την «κατοικία», δηλαδή αυτό που ο άνθρωπος κάθε φορά θεωρούσε ως ευρύτερη κατοικία του και υπαρξιακό πεδίο αναφοράς του. Από το «ήθος» προέρχονταν και τα «έθιμα», με το οποία οι άνθρωποι αρθρώνονταν με ότι θεωρούσαν ως υπαρξιακό πεδίο αναφοράς τους.

Στις προνεωτερικές περιόδους, αυτό το «ήθος» αναφερόταν σε υπερβατικά του ανθρώπου πεδία, που σχηματοποιούνταν σε θεότητες και υπερβατικές υπαρξιακές αφηγήσεις. Από Θείους νόμους -οι νόμοι των Πόλεων θεωρούνταν απόρροια θεϊκών νόμων- εκκινούσε ο Κρέων με το «ω μιαρόν ήθος…» στην Αντιγόνη του Σοφοκλή. Έτσι η Δικαιοσύνη θεμελιώνονταν σε τέτοιες υπερβατικές έννοιες.

Στη Δημοκρατία των Αθηναίων, η απόδοση Δικαιοσύνης έπαψε να αποτελεί λειτούργημα των Βασιλέων και αποτελούσε λειτούργημα του Δήμου, δηλαδή των πολιτών. Έτσι λειτουργούσαν τα Δικαστήριά τους. Στους νεωτερικούς χρόνους, τα υπαρξιακά αφηγήματα αναφέρονταν στην επίγεια ζωή και στην ευημερία της καθημερινότητος, η οποία τελικώς ανήχθη ως ανώτατη αξία. Τα παλαιότερα αφηγήματα περί υπαρξιακής ολοκλήρώσεως του ανθρώπου, εξέλειπαν.

Έτσι, θεμελιωμένη στο «κοινό αίσθημα και την κοινή ανάγκη», το Δίκαιο, στα πρώτα χρόνια των ΗΠΑ, επέβαλε να κρεμούν τους αλογοκλέφτες, ενώ σταδιακά φτάσαμε σήμερα στην κατάργηση της θανατικής ποινής, ότι και αν έχει διαπράξει ο ένοχος. Αναφερόμαστε βεβαίως στη Δύση, καθόσον στις κοινωνίες με προνεωτερικά χαρακτηριστικά, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Βεβαίως, οι προσπάθειες χαλιναγώγησης των λαών και επιβολής μιας κατασκευασμένης δήθεν «κοινής γνώμης», ολοένα και περισσότερο αλλάζει τα δεδομένα. Το αντίδοτο σε αυτό αποτελούν οι θεσμοί, που έχουν -δηλαδή που θα έπρεπε να έχουν- εκ των προτέρων διαμορφωθεί, με τρόπο δημοκρατικό, δηλαδή απηχώντας την «κοινή γνώμη» και βεβαίως το «κοινό περί δικαίου αίσθημα». Όμως, πόσοι τέτοιοι θεσμοί έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης και δημοκρατικής συμμετοχής των λαών στην διαμόρφωσή τους;

Ως αντίλογος σε αυτό, τίθεται πως πρόκειται περί θεσμών νομοθετημένων από τη Νομοθετική Εξουσία, δηλαδή τη Βουλή, που είναι αντιπροσωπευτική του κυρίαρχου λαού και άρα καθ’ ύλην αρμόδια να νομοθετεί. Όμως, πιστεύει κανείς πως η Βουλή βουλεύεται, με συζήτηση των εισαγόμενων νομοσχεδίων ή απλώς όλοι οι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος ψηφίζουν αβλεπί ότι τους ζητηθεί ; «Δεν το έχω διαβάσει», είχε ομολογήσει εξέχων βουλευτής και υπουργός πρώην κυβερνώντος κόμματος.

Σε δημοκρατικότερα οργανωμένες κοινωνίες -συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ- όλα τα νομοσχέδια συζητούνται, ενίοτε από πολλαπλά σώματα, χωρίς να θεωρηθεί «αντάρτης» ο βουλευτής που δεν θα υποστηρίξει νομοσχέδιο που υπέβαλε ο αρχηγός του κόμματός του ή ακόμα και ο Πρόεδρος της χώρας (ΗΠΑ). Ενίοτε μάλιστα οργανώνονται και δημοψηφίσματα, όταν πρόκειται περί κρισίμων νομοσχεδίων.

Στη χώρα μας δυστυχώς οι νόμοι, ακόμα και επί πολύ κρισίμων θεμάτων, ψηφίζονται με συνοπτικές διαδικασίες από τις εκάστοτε πλειοψηφίες της (δήθεν) Βουλής και αν κάποιος βουλευτής τολμήσει κάποια αντίρρηση, «βγαίνει από το μαντρί και τον τρων οι λύκοι», όπως θα έλεγε ο έμπειρος Γ. Αβέρωφ.

Εν ολίγοις, το έλλειμα δημοκρατίας στη χώρα μας είναι πολύ βαθύ. Έχει να κάνει με τη μη διάκριση των Εξουσιών, όπως δηλαδή αυτή περιγράφεται στο Σύνταγμα, έχει να κάνει με τη μη λειτουργία της Βουλής ως Βουλής, όπως και αυτή περιγράφεται στο Σύνταγμα, έχει να κάνει με τις υπερεξουσίες του εκάστοτε πρωθυπουργού, έχει να κάνει με τη πλύση εγκεφάλου που υφιστάμεθα από τα τηλεοπτικά κανάλια, έχει να κάνει και με την ολοένα και περισσότερο υποβαθμιζόμενη κριτική σκέψη μας, λόγω της καταλλήλως προσανατολισμένης προς τούτο Παιδείας που δέχονται οι νέοι μας, ίσως μάλιστα κυρίως αυτής.

Δυστυχώς, φαίνεται πως έχουμε αποστερηθεί κάθε δυνατότητος να υποστηρίξουμε το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος, που μας καλεί να το προστατεύσουμε. Πάντως, ας ελπίσουμε σε μία αφύπνισή μας, γιατί «δεν θα είμαστε χρήσιμοι αν δεν είμαστε αισιόδοξοι» (Τσώρτσιλ).





ΠΗΓΗ