Την Δευτέρα 25 Ιανουαρίου επανεκκίνησαν στην Κωνσταντινούπολη οι διερευνητικές επαφές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αποτελώντας τον 61ο γύρο μίας διαδικασίας, η οποία δρομολογήθηκε το μακρινό -από κάθε άποψη- 2002.

Οι διερευνητικές επαφές αποτέλεσαν απόφαση των κεμαλικών κομμάτων, στα πλαίσια της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην ΕΕ, καθώς και της τότε ελληνικής κυβέρνησης, θεωρώντας τες τον καλύτερο τρόπο εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Εν τέλει, από την τουρκική πλευρά τις διερευνητικές επαφές διεξήγαγε το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, το οποίο κυβερνά αδιαλείπτως τη χώρα από το Νοέμβριο του 2002.

Τις δύο περίπου δεκαετίες που μεσολάβησαν από την πρώτη συνάντηση, έχουν διεξαχθεί 60 γύροι επαφών, χωρίς σταθερή συχνότητα και φθίνουσα περιοδικότητα.

Υπήρξαν χρονιές κατά τις οποίες πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από δέκα συναντήσεις των ομάδων επαφής και άλλες κατά τις οποίες έλαβε χώρα μόνον μία. Είναι γνωστό ότι κατά την τελευταία πενταετία είχαν διακοπεί εντελώς.

Χαρακτηριστικό είναι πως τα πρώτα έτη ήταν εντατικότερες: έως το τέλος του 2004 είχαν πραγματοποιηθεί 27 γύροι επαφών, στα τέλη του 2010 ανέρχονταν στους 48, ενώ έφτασαν τους 60 την 1η Μαρτίου του 2016.

Αναμφίβολα έχουν γραφθεί και ειπωθεί πολλά σχετικά με την εξέλιξη των διερευνητικών επαφών και τις «χαμένες ευκαιρίες επίλυσης» των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Προσπαθώντας να αποτιμήσουμε τους προηγούμενους 60 γύρους διερευνητικών επαφών παρατηρούμε ότι:

Πρώτον, η Τουρκία προσέγγισε στις διερευνητικές ως μέσο εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων, όσο η προοπτική ένταξής της στην ΕΕ -έστω και στο απώτατο μέλλον- ήταν σχετικά υπαρκτή.

Δεύτερον, στο βαθμό που δεν είχαμε αλλαγή στη διακυβέρνηση της γειτονικής χώρας η κυβερνητική εναλλαγή ΠΑΣΟΚ και ΝΔ επηρέασε τη συχνότητα των επαφών.

Τρίτον, στις αρχές του 2016 η Άγκυρα τις διέκοψε για σχεδόν πέντε χρόνια. Διαφαίνεται πως εξελικτικά οι διερευνητικές επαφές εργαλειοποιήθηκαν από την τουρκική εξωτερική πολιτική κι όταν θεωρήθηκαν περιττές, ο Τούρκος Πρόεδρος αποφάσισε να τις αναστείλει.

Ως εικασία και προσωπική άποψη θεωρώ ότι, αν δεν είχε μεσολαβήσει το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Ταγίπ Ερντογάν τον Ιούλιο του 2016, η Τουρκία θα είχε ξεδιπλώσει την αναθεωρητική της πολιτική στην ανατολική Μεσόγειο νωρίτερα του 2019.

Σχετικά με την επανέναρξή τους, η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε την διπλωματική πολυτέλεια να τις αποφύγει.

Πρώτον, η Αθήνα χρειάζεται χρόνο για να ανατάξει την επιχειρησιακή ετοιμότητα και να προβεί στην ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεών της.

Δεύτερον, μία ελληνική άρνηση θα επέφερε μεγαλύτερη απροθυμία επιβολής κυρώσεων έναντι της Άγκυρας, από τους διστακτικούς εταίρους στην ΕΕ.

Τρίτον, όλοι αναμένουν πώς η νεοεκλεγείσα αμερικανικήκυβέρνηση θα προσεγγίσει την Τουρκία.

Βέβαια τα προαναφερθέντα δεν δικαιολογούν την ζέση ορισμένων σχεδόν να πανηγυρίσουν για την επανέναρξη μίας διαδικασίας για την οποία οφείλουμε να είμαστε τουλάχιστον φειδωλοί, ως προς τα αποτελέσματά της.

Στο βαθμό που η Τουρκία βρίσκεται υπό πίεση, η αποδοχή της επανέναρξης των διερευνητικών συναντήσεων εκ μέρους της, δεν αποτυπώνει την ειλικρινή βούλησή της, αλλά συνιστά περισσότερο προϊόν επιβολής.

Αναμένοντας τους επόμενους γύρους -ο 62ος θα λάβει χώρα στην Αθήνα σε ημερομηνία που θα καθοριστεί- η ελληνική κοινωνία διερωτάται τί να αναμένει από τις διερευνητικές επαφές.

Αν οι δύο πλευρές τηρήσουν τα λεγόμενά τους, οι διερευνητικές θα καταλήξουν με βεβαιότητα σε αδιέξοδο.

Η πρόβλεψη περί της βραχύβιας διάρκειας ερείδεται στις δηλώσεις της ελληνικής κυβέρνησης πως συζητά μόνο για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, αν και ενίοτε χρησιμοποιείται πιο διευρυμένη -ως προς το επίδικο- φρασεολογία, λέγοντας περί θαλασσίων ζωνών, δηλώση που δύναται να ερνηνευθεί ότι η συζήτηση θα αφορά και την αιγιαλίτιδα ζώνη.

Αντιθέτως, η Τουρκία διατρανώνει προς κάθε κατεύθυνση, ότι θα τεθούν υπό διαπραγμάτευση όλα τα ζητήματα που προσδιορίζει ως διμερείς διαφορές.

Το γεγονός όμως που προκαλεί αλγεινή εντύπωση, σε μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, είναι η – στα όρια της εμμονής – προτροπή συγκεκριμένων κύκλων, σχετικά με την «ανάγκη υπερβάσης» της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης με σαφώς ετεροβαρή, προς τα ελληνικά συμφέροντα, και εκπτωτικό, προς τις διατάξεις του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, τρόπο.

Εξακολουθητικά, παρατηρείται το φαινόμενο να κόπτονται κάποιοι εξ ημών για την διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στον αιγαιακό χώρο, στην περίπτωση που η Ελλάδα ασκήσει το μονομερές της δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα πέραν των 6 ν.μ., που ισχύουν σήμερα.

Παρακάμπτουν βολικά το γεγονός ότι η Νέα Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (1982) για τα διεθνή στενά, τα οποία έχει καθορίσει και αφορούν και το Αιγαίο, προβλέπει τον «πλουν διέλευσης» (transit passage), καθεστώς που εξασφαλίζει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και υπέρπτηση, πληρέστερα και σε μεγαλύτερο βαθμό από την προγενέστερη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (Σύμβαση της Γενεύης, 1958).

Παράλληλα, με το πνεύμα ελευθεροπλοΐας που τους διακατέχει, διαρκώς υπομνήσκουν και τις περιβόητες στρατιωτικές ικανότητες της Τουρκίας, ως παράγοντα που οφείλουμε να συνυπολογίσουμε στην προοπτική «επίλυσης» των διμερών μας διαφορών.

Ουσιαστικά επισείουν την απειλή μίας στρατιωτικής ήττας κι ενός πιθανού εδαφικού ακρωτηριασμού της χώρας αν δεν συναινέσουμε σε έναν αλυσιτελή διακανονισμό στο Αιγαίο και δεν απεμπολήσουμε δικαιώματα στην ανατολική Μεσόγειο.

Πέραν των θερινών επιχειρησιακών πεπραγμένων, τα οποία αποδυναμώνουν το εν λόγω επιχείρημα, το νόστιμο είναι ότι αρκετοί από τους τωρινούς υμνητές της στρατιωτικής υπεροχής της Άγκυρας, στις αναλύσεις τους στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, είχαν εξοβελίσει τη σημασία της στρατιωτικής ισχύος, ως μία ξεπερασμένη και αταβιστική πρακτική, απολίθωμα ενός παρωχημένου διεθνούς συστήματος.

Ενδεχομένως, αταβιστική ως πρακτική να εξακολουθούν να την θεωρούν και να είναι, αλλά ξεπερασμένη μάλλον όχι, στο βαθμό που την (επαν)εντάσσουν στην ανάλυσή τους, τουλάχιστον στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να τηρήσει τη δέσμευσή της προς την κοινωνία και την αποφασιστικότητά της προς συμμάχους και εταίρους, ότι συνομιλεί μόνον γα τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.

Η ελληνική εξωτερική πολιτική σκοπό έχει την εξυπηρέτηση των προσδιορισμένων συμφερόντων της κοινωνίας μέσω της υιοθέτησης μίας στρατηγικής που θα μετατρέψει τα δυνάμει δικαιώματα σε εφαρμοστέα πολιτική.

Αντί ομοθυμαδόν να διακηρύττουμε την συλλογική μας απόφαση να ασκήσουμε τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου που εξυπηρετούν καλυτέρα τα συμφέροντα της χώρας, πολλοί εξ ημών εμμέσως δικαιολογούν σαφώς παράνομες συμπεριφορές από τη γειτονική χώρα (απειλή χρήσης βίας) και αναπαράγουν αμφιλεγόμενες αιτιάσεις, αποσκοπώντας μάλλον στο να καταστεί η κοινωνία ευμενέστερη στην αποδοχή μέρους των τουρκικών αξιώσεων.

Οι πρόσφατες διαρροές σχετικά με το περιεχόμενο των προηγούμενων γύρων των διερευνητικών επαφών καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα είχε εξαντλήσει τα όρια του αποδεκτού κόστους μη άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων, προσδοκώντας ειλικρινά στην εξομάλυνση των διμερών σχέσεων.

Η στάση της Τουρκίας αποδεικνύει ότι και τότε οι επιδιώξεις ήταν μεγαλύτερες -και τελικά δεν επήλθε συμφωνία παρά την ελληνική διαλλακτικότητα- και σήμερα οι ηγεμονικές της αξιώσεις δεν αφήνουν περιθώρια ουσιαστικής και αποδεκτής διαπραγμάτευσης.

Για όσους εμμένουν σε έναν συμβιβασμό οφείλουν να προσδιορίσουν στην κοινωνία το βαθμό αναλωσιμότητας της ελληνικής κυριαρχίας και των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και να μην διαστρεβλώνουν κανόνες του Νέου Δικαίου της Θάλασσας, προσπαθώντας να αποδυναμώσουν τις ελληνικές θέσεις.





ΠΗΓΗ