Δυστυχώς ο ν. 3869/2010 έπαυσε οριστικά να ισχύει με την εφαρμογή του νέου πτωχευτικού κώδικα από την 1η Ιουνίου 2021. 

Ήταν ισως το μοναδικό νομικό μέσο που παρείχε προστασία πρώτης κατοικίας στους δανειολήπτες.

Τώρα πλέον με τον νέο πτωχευτικό νόμο  χιλιάδες άνθρωποι, δεν έχουν πλέον καμία προστασία, όχι μόνο από τον ολικώς καταργηθέντα Νόμο Κατσέλη, αλλά ούτε από ενδεχόμενη απόπειρα υπαγωγής στην πολυδιαφημιζόμενη πλατφόρμα, που δεν τους προστατεύει, διότι σύμφωνα με το αρ. 18 του ν. 4738/2020:

«Η αναστολή εκτέλεσης της παρούσας δεν καταλαμβάνει την διενέργεια πλειστηριασμού ο οποίος έχει προγραμματισθεί εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης από τον οφειλέτη, καθώς και οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια προπαρασκευαστική της διενέργειας πλειστηριασμού από ενέγγυο πιστωτή (περιλαμβανομένης και της κατάσχεσης)».

Αυτή την χρονική στιγμή, από την μία έχουν ξεκινήσει επίσημα οι πλειστηριασμοί των ακινήτων, από την άλλη η πλατφόρμα για υπαγωγή στην ρύθμιση με το νέο πτωχευτικό νόμο δεν έχει ξεκινήσει καν να λειτουργεί και ο οφειλέτης δεν έχει κανέναν τρόπο να προστατευθεί από τους πιστωτές, που πλέον έχουν τον πλήρη, απόλυτο έλεγχο της κατάστασης. 

Μέσα σε όλο αυτό το αρνητικό κλίμα, ήρθε μια απόφαση του Αρείου Πάγου που αφορά τις υποθέσεις των υπερχρεωμένων νοικοκυριών να δώσει ελπίδα σε αυτούς που ακόμα δίνουν την μάχη για να υπαχθούν στην προστασία του. 

Η απόφαση λοιπόν αυτή του Αρείου Πάγου, αναλύει την έννοια του δόλου που είναι σημαντικό κριτήριο για την αποδοχή της αίτησης από το δικαστήριο.

Δηλαδή αν αποδειχθεί ότι κάποιος περιήλθε με δόλο σε αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων του, τότε δεν μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου.

Μέχρι τώρα αυτό που ίσχυε στις υποθέσεις των υπερχρεωμένων νοικοκυριών ήταν η εξέταση του δόλου τοσο κατά το χρόνο λήψης των δανείων όσο και κατά τον χρόνο αδυναμίας πληρωμής αυτων.

Πολλά δικαστήρια έκριναν ότι εφόσον τα εισοδήματα του οφειλέτη δεν επαρκούσαν κατά το χρόνο λήψης των δανείων για την πλήρη αποπληρωμή αυτών υπήρχε δόλος και απέρριπταν την αίτηση. 

Αυτό λοιπόν με την νέα απόφαση έχει αλλάξει έχει γίνει πιο συγκεκριμένο και έτσι δίνεται η δυνατότητα στους οφειλές που έχουν χάσει την δίκη είτε σε πρώτο είτε σε δεύτερο βαθμό δηλαδή είτε έχουν αποφαση του ειρηνοδικείου είτε του Μονομενλούς Πρωτοδικείου που δικάζει ως εφετείο μπορούν να ξαναπροσπαθήσουν ασκώντας το κατάλληλο ένδικο μέσο για τύχουν εφαρμογής της νέας νομολογίας και να επανεξετασθεί η αίτησή τους με πολλές πιθανότητες να γίνει πλέον δεκτή 

Ειδικότερα το σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου  έχει ως εξης:

″Το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματος του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.

Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμής (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του.”.

Στην συνέχεια δίνει ξεκάθαρες οδηγίες για το πώς θα πρέπει να είναι διατυπωμένη, για να είναι ορισμένη, ώστε να γίνει δεκτή η ένσταση δόλου που προβάλουν οι τράπεζες, η οποία μέχρι τώρα γινόταν σχεδόν ανέλεγκτα δεκτή από τους δικαστές με αποτέλεσμα να απορρίπτονται αβίαστα και ελαφρά την καρδία, οι αιτήσεις των οφειλετών. 

Το βασικότερο όμως είναι ότι αυτή η απόφαση κάνει εκτενή αναφορά στο γιατί υπάγεται στην αναιρετική κρίση και εξουσία του Αρείου Πάγου, η ύπαρξη του δόλου και επομένως ανοίγει τον δρόμο και για την άσκηση αναιρέσεων επί απορριπτικών αποφάσεων του Εφετείου.

Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί ο ΑΠ εξετάζει συγκεκριμένα θέματα και σφάλματα μιας απόφασης και κυρίως νομικά σφάλματα, με αποτέλεσμα κάποια λάθη που υπάρχουν στις δικαστικές αποφάσεις να μην μπορούν να επιδεχθούν αναίρεση γιατί ακριβώς είναι πέραν της ελεγκτικής αρμοδιότητας του Αρείου Πάγου.

Εδώ λοιπόν ο Αρειος Πάγος με την απόφαση αυτή εξηγεί και αναλύει διεξοδικά γιατί το θέμα του δόλου ανήκει στην ελεγκτική του κρίση και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. 

Επομένως όσοι έχουν αποφάσεις είτε ειρηνοδικείου και δεν έχει παρέλθει η διετία από την έκδοση τους και όσοι έχουν αποφάσεις εφετείου και δεν έχει παρελθει η προθεσμία άσκησης αναίρεσης, μπορούν και πρέπει να κάνουν άλλη μια προσπάθεια ώστε να αλλάξουν την σε βάρος τους απόφαση, αφού θα έχουν πάρα πολλές πιθανότητες να πετύχουν ένα θετικό αποτέλεσμα.

Σημειώνεται ότι στην συγκεκριμένη απόφαση που έκρινε ο ΑΠ ο αιτών είχε χρέη ύψους 750.000 ευρώ, 4 ακίνητα και πολλά οχήματα. Παρά ταύτα το δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε δόλο. 





ΠΗΓΗ