Του Rolandas Kačinskas, Πρέσβη της Δημοκρατίας της Λιθουανίας στην Ελληνική Δημοκρατία

Μπορούν δύο χώρες χωρίς μακρά παράδοση οικονομικής συνεργασίας να εξελιχθούν σε σημαντικούς εμπορικούς και επιχειρηματικούς εταίρους; Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην Ελλάδα και τη Λιθουανία, δύο χώρες που βρίσκονται σε διαφορετικές πλευρές της Ευρώπης και απέχουν 1.800 χλμ. μεταξύ τους. 

Αν ρωτούσαμε τους σχεδόν 100.000 Λιθουανούς τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα κάθε χρόνο, πιθανότατα θα απαντούσαν ότι αυτή η απόσταση δεν αποτελεί πρόβλημα στις μέρες μας. Ωστόσο, κρίνοντας από την κίνηση αγαθών, υπηρεσιών και επενδύσεων μεταξύ Λιθουανίας και Ελλάδας, η απόσταση που χωρίζει τις δύο χώρες εξακολουθεί να είναι μεγάλη. 

Τι λένε τα στατιστικά στοιχεία;

Ο μέσος Έλληνας καταναλωτής, ο οποίος σχηματίζει άποψη για το εξωτερικό εμπόριο της Ελλάδας από τα προϊόντα αλλοδαπής παραγωγής που βλέπει στα ράφια ή τις βιτρίνες των καταστημάτων, είναι μάλλον απίθανο να έχει κάποια γνώμη για την ετικέτα «Made in Lithuania». Και παρότι θα μπορούσε κανείς να βρει στα ελληνικά καταστήματα λιθουανικό σκληρό τυρί, προϊόντα καπνιστού κρέατος, κάποια γαλακτοκομικά προϊόντα, καλλυντικά και ορισμένα άλλα είδη, αυτά και άλλα καταναλωτικά αγαθά που κατασκευάζονται στη Λιθουανία κατέχουν πολύ μικρό μερίδιο στην ελληνική αγορά.

Στο μεταξύ, η επωνυμία «Made in Greece» ή, πιο συγκεκριμένα, «Grown in Greece» έχει καλύτερες επιδόσεις στη λιθουανική αγορά. Τα εδώδιμα φρούτα και ξηροί καρποί είναι ιδιαίτερα δημοφιλή, με την Ελλάδα να αποτελεί τη 14η μεγαλύτερη αγορά εισαγωγών στη Λιθουανία από άποψη πωλήσεων.

Η αυξανόμενη δημοτικότητα των ελληνικών γεωργικών προϊόντων και τροφίμων στη Λιθουανία αντικατοπτρίζεται επίσης στο άνοιγμα εξειδικευμένων ελληνικών καταστημάτων στο Βίλνιους τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, μια υπηρεσία που επίσης κερδίζει δημοτικότητα επιτρέπει στους καταναλωτές να παραγγέλνουν προϊόντα απευθείας από Έλληνες αγρότες και μικρούς παραγωγούς και να τα παραλαμβάνουν στο σπίτι τους στη Λιθουανία. 

Ωστόσο, οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Λιθουανίας και Ελλάδας είναι ασήμαντες και ανήλθαν σε μόλις 105 εκατ. ευρώ το 2020. Η αξία των εξαγόμενων αγαθών μεταξύ των δύο χωρών ήταν χονδρικά η ίδια και για τις δύο.

Μόνο το γεγονός ότι ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Λιθουανίας και Ελλάδας έχει διπλασιαστεί την τελευταία πενταετία, καθώς και ότι έχει φτάσει να ισούται σχεδόν με τις εμπορικές συναλλαγές της Ελλάδας με τη Λετονία και την Εσθονία μαζί, μπορεί να προσδώσει μεγαλύτερη αισιοδοξία στη συνολική εικόνα των διμερών οικονομικών σχέσεων.

Ο ασήμαντος όγκος του ελληνολιθουανικού εμπορίου καταδεικνύεται επαρκώς από τη συγκριτική βαρύτητα κάθε χώρας στο εξωτερικό εμπόριο της άλλης.

Το 2020, η Ελλάδα αντιπροσώπευε μόλις το 0,2% του συνόλου των εξαγωγών και εισαγωγών αγαθών της Λιθουανίας. Το βάρος της Λιθουανίας στο ελληνικό εξωτερικό εμπόριο ήταν ακόμη χαμηλότερο. Αντιπροσώπευε μόλις το 0,14% των ελληνικών εξαγωγών και το 0,07% των εισαγωγών (στοιχεία 2019).

Παρόμοιες τάσεις παρατηρούνται επίσης στις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών. Το 2020, η Ελλάδα αντιπροσώπευε το 0,1% του συνόλου των εξαγωγών υπηρεσιών της Λιθουανίας, το οποίο ανήλθε σε περίπου 11 εκατ. ευρώ. Οι εισαγωγές υπηρεσιών από την Ελλάδα ανήλθαν σε 33 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 0,6% του συνόλου των εισαγωγών υπηρεσιών της Λιθουανίας.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί εδώ ότι τα στοιχεία για το 2020 δεν αντικατοπτρίζουν τη μέχρι τώρα ανοδική τάση των εισαγωγών υπηρεσιών από την Ελλάδα, καθώς πέρυσι οι συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών συρρικνώθηκαν σημαντικά λόγω της πανδημίας του ιού COVID-19, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τις ταξιδιωτικές υπηρεσίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μερίδιο των εισαγωγών υπηρεσιών από την Ελλάδα.

Η εικόνα στον τομέα των αμοιβαίων επενδύσεων είναι επίσης αποθαρρυντική: στις 31 Δεκεμβρίου 2020, οι άμεσες επενδύσεις της Λιθουανίας στην Ελλάδα ανέρχονταν σε 9,1 εκατ. ευρώ, ενώ οι ελληνικές επενδύσεις στη Λιθουανία ανέρχονταν σε 0,9 εκατ. ευρώ. 

Μόνο η κατάσταση στον τουριστικό τομέα βελτιώνει τη συνολική εικόνα των οικονομικών σχέσεων,αλλά εδώ παρατηρείται πολύ έντονη ασυμμετρία: 70.000 Λιθουανοί τουρίστες περιλαμβάνονται στις επίσημες στατιστικές και τουλάχιστον έως 20.000 περισσότεροι που ταξίδεψαν στην Ελλάδα μεμονωμένα, σε σύγκριση με μόλις 6,5 χιλιάδες Έλληνες τουρίστες που ταξίδεψαν στη Λιθουανία το 2019.

«Αγορές εκτός προτεραιότητας»

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που εξηγούν την κατάσταση των οικονομικών σχέσεων Λιθουανίας-Ελλάδας. Πολλοί επισημαίνουν αντικειμενικούς λόγους, όπως το σχετικά μικρό μέγεθος και βάθος των αγορών, τα χαρακτηριστικά των οικονομικών δομών των δύο χωρών, τη μεγάλη γεωγραφική απόσταση και τις ανεπαρκείς μεταφορικές συνδέσεις. Άλλοι προσθέτουν ότι υποκειμενικοί παράγοντες, όπως τα κοινωνικά στερεότυπα, η ατομική στάση και τα κίνητρα των ανθρώπων, καθώς και οι ασθενείς ιστορικοί και πολιτιστικοί δεσμοί, παίζουν επίσης ρόλο στις επιχειρηματικές αποφάσεις ή τις οικονομικές σχέσεις.

Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι -και πιθανότατα πρόκειται για συνδυασμό αυτών- η Λιθουανία και η Ελλάδα δεν προσδιορίζουν η μία την άλλη ως αγορά προτεραιότητας. Αντίστοιχα, οι χώρες δρομολογούν τους οικονομικούς και άλλους πόρους τους προς την κατεύθυνση της προώθησης εξαγωγών και επενδύσεων σε περισσότερο κοντινές, μεγάλες και οικείες αγορές. Αυτή η περιορισμένη έμφαση δημιουργεί με τη σειρά της πρόσθετα εμπόδια στην ανάπτυξη διμερών οικονομικών σχέσεων και, κατ’ επέκταση, έναν φαύλο κύκλο που δεν επιτρέπει τη χάραξη μιας νέας τροχιάς στις ελληνολιθουανικές οικονομικές και επιχειρηματικές σχέσεις. 

Είναι άραγε η τρέχουσα κατάσταση των διμερών οικονομικών σχέσεων η μόνη που μπορούν να έχουν οι δύο χώρες και μήπως οι βαθύτερες αιτίες αυτής της κατάστασης είναι αμετάβλητες;

Ο στόχος είναι να ανακαλύψουμε ο ένας τον άλλον

Οι διασυνοριακές σχέσεις μεταξύ Λιθουανίας και Ελλάδας ενισχύθηκαν το 2004, όταν η Λιθουανία προσχώρησε στην ΕΕ. Ωστόσο, η χρηματοπιστωτική κρίση του 2009 επιβράδυνε την ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων. Έτσι, χάθηκε σχεδόν μία δεκαετία στη διαδικασία αμοιβαίας ανακάλυψης. Επομένως, ατενίζοντας το μέλλον, είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι η Λιθουανία το 2021 δεν είναι πλέον το ίδιο «νέο» μέλος της ΕΕ με ασθενή οικονομία, ούτε η Ελλάδα είναι η ίδια χώρα, παγιδευμένη στα πλοκάμια της κρίσης.

Η ελληνική αντίληψη για τη Λιθουανία και την οικονομική της ευρωστία θα αλλάξει όταν συνειδητοποιήσουμε ότι η Λιθουανία, παρότι τουλάχιστον τρεις φορές μικρότερη από την Ελλάδα, δεν υπολείπεται πολύ όσον αφορά τις εξαγωγές αγαθών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2019, η Λιθουανία, με σχεδόν 29,6 δισ. ευρώ, και η Ελλάδα, με 33,3 δισ. ευρώ, μοιράστηκαν την 20ή και την 21η θέση στην ΕΕ όσον αφορά τις εξαγωγές αγαθών, αντίστοιχα. Ακόμη και το 2020, το έτος της πανδημίας του Covid-19, οι εξαγωγές της Λιθουανίας ανήλθαν σε 28,7 δισ. ευρώ και, κρίνοντας από την αύξηση κατά 18,7% των εξαγωγών που καταγράφηκε την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2021 σε σύγκριση με την ίδια περίοδο το προηγούμενο έτος, οι εξαγωγές της Λιθουανίας το 2021 θα μπορούσαν να υπερβούν τα 30 δισ. ευρώ.

Αυτά τα εντυπωσιακά στοιχεία εξαγωγών έχουν θετική επίδραση στην απασχόληση και τα εισοδήματα της χώρας, τα οποία με τη σειρά τους επηρεάζουν την κατανάλωση. Σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία της Eurostat, ο δείκτης υλικής ευημερίας των νοικοκυριών, γνωστός και ως Πραγματική Ατομική Κατανάλωση (AIC), κατά κεφαλήν σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (ΜΑΔ), για τη Λιθουανίαήταν μόλις 4% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ το 2020. 

Καθώς οι εξαγωγές συνεχίζουν να αυξάνονται, η οικονομία να επεκτείνεται (κατά το πρώτο τρίμηνο του 2021, το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας έχει ήδη υπερβεί το επίπεδο προ της πανδημίας που σημειώθηκε το 2019) και η χώρα να σημειώνει άνοδο στην κατάταξη του δείκτη «Doing Business» (η Λιθουανία συγκαταλέγεται πλέον 11η σε σύνολο 190 χωρών παγκοσμίως), όλα τα παραπάνω υποδεικνύουν ότι η Ελλάδα θα πρέπει να εξετάσει πιο προσεκτικά τη Λιθουανία ως έναν πολλά υποσχόμενο οικονομικό εταίρο. 

Το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα. Οι λιθουανικές επιχειρήσεις θα πρέπει να προσελκύονται όχι μόνο από τους ταχέως βελτιωμένους μακροοικονομικούς δείκτες στην Ελλάδα, αλλά και από τις προσπάθειες της κυβέρνησης να τονώσει την οικονομία και τις επιχειρήσεις, να μειώσει τον διοικητικό φόρτο, να επιταχύνει την ψηφιοποίηση, να εφαρμόσει τη στρατηγική εξωστρέφειας και να βελτιώσει το επενδυτικό κλίμα της χώρας. Επιπλέον, οι Λιθουανοί επιχειρηματίες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την Ελλάδα όχι μόνο ως χώρα με 11 εκατ. μόνιμους κατοίκους, αλλά και ως αγορά που προσελκύει επιπλέον 34 εκατ. τουρίστες ετησίως, γεγονός που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως ένα είδος πλατφόρμας για τη διάδοση του brand «Made in Lithuania» σε διάφορα μέρη του κόσμου.

Αναξιοποίητες ευκαιρίες

Από όλα αυτά συνάγεται ότι οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ Λιθουανίας και Ελλάδας δεν αντικατοπτρίζουν τη δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών και ότι οι ανταλλαγές μεταξύ τους δεν περιορίζονται σε φρούτα και τουρίστες αλλά μπορούν να διευρυνθούν πολύ περισσότερο.

Ως παράδειγμα των δυνατοτήτων οικονομικής συνεργασίας σε άλλους τομείς αναφέρουμε τον διαγωνισμό των Λιθουανικών Ενόπλων Δυνάμεων που κέρδισε η ελληνική εταιρεία INTRACOM Defense (IDE) το 2016 για την αγορά εξοπλισμού εσωτερικής επικοινωνίας που προορίζεται για εγκατάσταση σε αυτοκινούμενα οβιδοβόλα, πυροσβεστικά κέντρα και θωρακισμένα οχήματα. Αυτή η συμφωνία οδήγησε στην εγκαθίδρυση συνεργασίας με τη λιθουανική εταιρεία Elsis TS, η οποία περιλαμβάνει την υλοποίηση ενός μακροπρόθεσμου επενδυτικού έργου στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.

Αυτό το άτυπο παράδειγμα ελληνολιθουανικής συνεργασίας καταδεικνύει ότι είναι δυνατό να σφυρηλατηθούν επιτυχημένοι επιχειρηματικοί δεσμοί και οικονομική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών σε οικονομικούς τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, συμπεριλαμβανομένων των τομέων της ανανεώσιμης ενέργειας (ιδίως ηλιακής ενέργειας), των ΤΠΕ, των βιοεπιστημών, της ανάπτυξης οικοσυστημάτων σε νεοσύστατες επιχειρήσεις (start-ups), της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας, της ηλεκτρονικής και των λέιζερ, που ενδιαφέρουν και τις δύο πλευρές. 

Η Λιθουανία έχει πολλά να προσφέρει σε αυτούς τους τομείς. Ακολουθούν μερικά στοιχεία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον:

  • Η Λιθουανία διαθέτει τον μεγαλύτερο κλάδο ΤΠΕ στις Βαλτικές Χώρες, με εξαιρετικές δυνατότητες τόσο για τοπικές όσο και για ξένες αναπτυξιακές εταιρείες.

  • Η Λιθουανία κατέχει πάνω από το ήμισυ της παγκόσμιας αγοράς για φασματογράφους μάζας με τεχνολογία picosecond laser, (nežinau, ar  mass spectrometer ir spectrometer yra tas pats)  ενώ συγκαταλέγεται στους κορυφαίους εξαγωγείς συστημάτων με τεχνολογία femtosecond laser στον κόσμο, κατέχοντας το 10% της αντίστοιχης παγκόσμιας αγοράς.

  • Η Λιθουανία εξελίσσεται ραγδαία σε σημαντικό κέντρο παραγωγής ηλεκτρονικών ειδών στην περιοχή της Βαλτικής, με ιδιαίτερη έμφαση σε προϊόντα ηλεκτρονικών υπολογιστών, ηλεκτρονικά και οπτικά προϊόντα (Čia verčia „su ypatingu dėmesiu elektroninių kompiuterių produktams, elektronikos ir optikos produktams“ )

  • Στο πλαίσιο της πανδημίας του Covid-19, τα επιτεύγματα της Λιθουανίας στις βιοεπιστήμες είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτα. Το 2019, αυτός ο τομέας παρήγαγε περίπου το 2,9% του ΑΕΠ της χώρας, με στρατηγικό στόχο την επίτευξη ποσοστού 5% του ΑΕΠ έως το 2030, καθιστώντας τη Λιθουανία μία από τις ηγετικές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στον εν λόγω τομέα.

Γνωρίζατε ότι στη Λιθουανία παράγονται συστατικά για αντιδραστήρια και τεστ κορωνοϊού που χρησιμοποιούνται από εταιρείες οι οποίες αναπτύσσουν και κατασκευάζουν εμβόλια με βάση το mRNA; Θεωρείστε ότι αυτή είναι μια έμμεση συνεισφορά της Λιθουανίας στην αναπόφευκτη νίκη της ανθρωπότητας κατά του ιού.

Από όλα τα παραπάνω αλλά και από άλλα στοιχεία προκύπτει ότι η Λιθουανία ενδέχεται να παρουσιάζει ενδιαφέρον για την Ελλάδα ως εταίρος στη δική της στρατηγική ανάπτυξης υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Αξίζει να αναφερθεί και ένας άλλος τομέας με μεγάλες δυνατότητες συνεργασίας. Πρόκειται για τον κλάδο της ναυτιλίας. Η Λιθουανία, και πιο συγκεκριμένα η μοναδική πόλη-λιμάνι της, η Κλαϊπέντα, επέλεξε τη λεγόμενη στρατηγική της «γαλάζιας οικονομίας» για την οικονομική της ανάπτυξη.

Ως εκ τούτου, η Ελλάδα θα μπορούσε να καταστεί εν προκειμένω φυσικός εταίρος της Λιθουανίας, τόσο σε πιο παραδοσιακούς κλάδους της ναυτιλίας, όπως η ναυπήγηση και επισκευή πλοίων, οι μεταφορές ή ο τουρισμός, όσο και σε αναδυόμενους τομείς, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (αξιοποίηση της ισχύος των κυμάτων ή των θαλάσσιων ρευμάτων), η έρευνα και ανάπτυξη κ.ο.κ. Παραδείγματα τέτοιας συνεργασίας υπάρχουν ήδη.

Για παράδειγμα, το Πανεπιστήμιο της Κλαϊπέντα θα συνεργαστεί με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, από κοινού με άλλους Ευρωπαίους εταίρους, σε έργο που χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα της ΕΕ «Ορίζοντας 2020» για τη βιώσιμη ανάπτυξη έξυπνων παράκτιων πόλεων. Στο μέλλον, η ίδρυση Επίτιμου Προξενείου της Λιθουανίας στον Πειραιά αναμένεται να συμβάλλει στην αύξηση του πλήθους τέτοιων παραδειγμάτων συνεργασίας στον ναυτιλιακό κλάδο.

Τέλος, υπάρχουν ευκαιρίες εξεύρεσης συνεργειών ανάμεσα στη λιθουανική και την ελληνική οικονομική ανάπτυξη, στο πλαίσιο της ατζέντας της Πράσινης Συμφωνίας της ΕΕ και των στόχων του μέσου οικονομικής ανάκαμψης της ΕΕ.

Καλύτερα και ταχύτερα: η σημασία της συνδεσιμότητας 

Σήμερα, η μετακίνηση ανάμεσα στις πρωτεύουσες της Λιθουανίας και της Ελλάδας διαρκεί 443 ώρες με τα πόδια και 30 ώρες με το αυτοκίνητο, ενώ η διαδρομή μεταξύ Αθήνας και Βίλνιους με τραίνο προϋποθέτει τουλάχιστον έξι αλλαγές συρμών.

Ο ταχύτερος τρόπος μετάβασης από τη μία πρωτεύουσα στην άλλη είναι αεροπορικώς, με πτήση διάρκειας περίπου 2 ωρών και 50 λεπτών, αλλά μόνο κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου και μόνο με μία αεροπορική εταιρεία χαμηλού κόστους.  Λόγω της κακής συνδεσιμότητας, ο μέσος χρόνος διαδρομής ανάμεσα στις δύο πρωτεύουσες για εμπορικά οχήματα ανέρχεται σε έξι έως επτά ημερολογιακές ημέρες. 

Η βελτίωση των οδικών συνδέσεων θα εξαρτηθεί από μια σειρά έργων υποδομής που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη ή έχουν προγραμματιστεί. 

Πρώτον, τόσο η Λιθουανία όσο και τα άλλα δύο κράτη της Βαλτικής, καθώς και η Ελλάδα, επιδιώκουν τη βελτίωση της σιδηροδρομικής υποδομής και των συνδέσεων με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Οι χώρες της Βαλτικής το επιτυγχάνουν μέσω του έργου «Rail Baltica», το οποίο προβλέπει τη σύνδεση ευρωπαϊκών γραμμών με την Πολωνία μέσω σιδηροδρόμων υψηλών ταχυτήτων και, στη συνέχεια και μέσω της Πολωνίας, με τα σιδηροδρομικά δίκτυα της Κεντρικής Ευρώπης.

Η ένταξη της Λιθουανίας στο ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο θα συμβάλλει στη σημαντική βελτίωση των μελλοντικών συνδέσεων μεταξύ Ελλάδας και Λιθουανίας, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τον στρατηγικό στόχο της Ελλάδας να επεκτείνει τον θαλάσσιο διάδρομο που συνδέει τον Πειραιά με τις ασιατικές αγορές προς την Κεντρική Ευρώπη. 

Ένα δεύτερο έργο υποδομήςπου θα μπορούσε να συμβάλλει σημαντικά στη σύνδεση της Ελλάδας με τη Λιθουανία είναι η μεταφορική διαδρομή «Via Carpathia». Θα συνέδεε το λιμάνια Κλαϊπέντα της Λιθουανίας με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στη Βόρεια Ελλάδα μέσω αυτοκινητοδρόμου. Αυτός ο αυτοκινητόδρομος δεν θα ήταν μόνο η συντομότερη σύνδεση μεταξύ Ελλάδας και Λιθουανίας αλλά και, στην πραγματικότητα, ο πρώτος μεταφορικός σύνδεσμος μεταξύ Βαλτικής και Αιγαίου.

Και τα δύο έργα θα επαναπροσδιόριζαν τις παραδοσιακές συνδέσεις Δύσης-Ανατολής στην Ευρώπη, βελτιώνοντας σημαντικά τη συνδεσιμότητα μεταξύ του βόρειου και νότιου τμήματος της ηπείρου, ενώ παράλληλα θα αναβάθμιζαν την ποιότητα στις μεταξύ τους συναλλαγές και επικοινωνίες.

Μέχρις ότου ολοκληρωθούν αυτά τα μεγάλα έργα υποδομής, ο πλέον ταχύς και οικονομικός τρόπος για να βελτιωθεί η σύνδεση μεταξύ Λιθουανίας και Ελλάδας θα είναι αεροπορικώς. Η Λιθουανία θα υποδεχόταν ευχαρίστως μια απευθείας πτήση μεταξύ Βίλνιους και Αθήνας από κάποιον ελληνικό αερομεταφορέα, όπως η Aegean Airlines.

Ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ενίσχυση των δεσμών Λιθουανίας-Ελλάδας

«Είναι καλύτερα να βλέπεις μία φορά παρά να ακούς εκατό φορές». Αυτή η λιθουανική παροιμία ισχύει και για την εξεύρεση τρόπων για την ενίσχυση των διμερών ελληνολιθουανικών επιχειρηματικών δεσμών. Σε αυτό το πλαίσιο, η Λιθουανία και η Ελλάδα υποδέχθηκαν η καθεμία επιχειρηματικές αποστολές στις 24-25 Σεπτεμβρίου 2019 και στις 3-5 Οκτωβρίου 2021, στη διάρκεια των οποίων οργανώθηκαν επιχειρηματικά φόρουμ, εκδηλώσεις επαφών B2B (μεταξύ επιχειρήσεων) και επισκέψεις σε τοπικές εταιρείες και των δύο χωρών. Το ενδιαφέρον για τις αποστολές, η νέα αντίληψη για κάθε χώρα και οι επαφές που πραγματοποιήθηκαν επιβεβαιώνουν ότι υπάρχουν πολλές αναξιοποίητες ευκαιρίες για επιχειρηματική και οικονομική συνεργασία μεταξύ της Λιθουανίας και της Ελλάδας. 

Οι διακρατικές σχέσεις Λιθουανίας και Ελλάδας αναπτύσσονται και επεκτείνονται. Η φετινή χρονιά υπήρξε ιδιαίτερα πλούσια σε πολιτικές και διπλωματικές επαφές. Αυτή η σύσφιξη σχέσεων που καταγράφηκε φέτος είναι ιδιαίτερα συμβολική, τόσο επειδή σηματοδοτεί την 30ή επέτειο από την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Λιθουανίας και Ελλάδας, καθώς και ενόψει της 100ής επετείου από τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Λιθουανίας και Ελλάδας την επόμενη χρονιά. Ωστόσο, ένα πράγμα είναι σαφές: οι καλές πολιτικές και διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Λιθουανίας θα ήταν ακόμη ισχυρότερες αν οι δύο χώρες ήταν σε θέση να τις συμπληρώσουν με τον οικονομικό χαρακτήρα της συνεργασίας.

 

(Το άρθρο αυτό βασίζεται σε παρουσίαση που έγινε στο πλαίσιο του Επιχειρηματικού Φόρουμ Ελλάδας-Λιθουανίας στις 4 Οκτωβρίου 2021 στην Αθήνα, το οποίο συνδιοργανώθηκε από το ΕΒΕΑ, την Ελληνική Εταιρεία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου Enterprise Greece, το  ΣΕΒ,  την Πρεσβεία της Λιθουανίας στην Αθήνα και σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Ελλάδας στην Λιθουανία και το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο του Βίλνιους.)





ΠΗΓΗ