Το Κίεβο για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου, ανακοίνωσε πως από σήμερα το πρωί αναστέλλει τη ροή ρωσικού φυσικού αερίου μέσω του σταθμού της Σοχρανίφκα, δια του οποίου οποίο παραδίδεται σχεδόν το ένα τρίτο του όγκου που διοχετεύεται από τη Ρωσία στην Ευρώπη μέσω της Ουκρανίας.

Αρχικά η διαχειρίστρια εταιρεία του συστήματος μεταφοράς αερίου της Ουκρανίας GTSOU, επικαλέστηκε λόγους «ανωτέρας βίας», αναφορά που παραπέμπει ουσιαστικά σε ρήτρα στην οποία καταφεύγει μια επιχείρηση που αθετεί την υποχρέωση της αλλά για λόγους που είναι πέραν του δικού της ελέγχου.

Η εταιρεία υποστήριξε πως δεν μπορεί να λειτουργήσει τον σταθμό συμπίεσης του Νοβοπσκόφ, λόγω «της παρέμβασης των κατοχικών δυνάμεων στην τεχνική διαδικασία».

Λίγο αργότερα, ο επικεφαλής της κατήγγειλε στο Reuters πως τα ρωσικά στρατεύματα παίρνουν φυσικό αέριο που διέρχεται μέσω της Ουκρανίας και το στέλνουν σε υποστηριζόμενες από τη Ρωσία αυτονομιστικές περιοχές στην ανατολική περιοχή του Ντονμπάς (Λουχάνσκ και Ντονέτσκ που ένας μέρος τους ελέγχονται από το Κίεβο και ένα άλλο από ρωσόφωνους). Ωστόσο, δεν παρείχε κάποιο στοιχείο προκειμένου να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του.

Σημειώνεται πως ακόμη και μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου η ροή ρωσικού φυσικού αερίου διά του συγκεκριμένου σταθμού δεν είχε διακοπεί και αυτό παρά το γεγονός αυτός βρίσκεται στην περιφέρεια του Λουχάνσκ στην Αν.Ουκρανία και , είχε καταληφθεί από τις ρωσικές δυνάμεις από τα πρώτα 24ωρα της εισβολής.

Το Κίεβο κατηγορεί τη Μόσχα ενώ ο ρωσικός κρατικός ενεργειακός γίγαντας Gazprom δήλωσε ότι έλαβε ειδοποίηση από την Ουκρανία ότι θα σταματήσει τη διαμετακόμιση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω της διασύνδεσης Σοχρανίφκα.

Ωστόσο, η Gazprom, η οποία έχει το μονοπώλιο στις εξαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών, λέει ότι είναι «τεχνολογικά αδύνατο» να μεταφερθούν όλοι οι όγκοι στο σημείο διασύνδεσης Σούτζα (σε εδάφη δυτικότερα που ελέγχει το Κίεβο) που προτείνει η GTSOU.

Η Gazprom πρόσθεσε ότι εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις της προς τους αγοραστές φυσικού αερίου στην Ευρώπη.

Πηγές: Reuters, ΒΒC





ΠΗΓΗ