Η ελληνική οικονομία στηρίζεται -κατά βάση- στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών χαμηλής και μέσης προστιθέμενης αξίας γεγονός που, μεταξύ άλλων, οδήγησε τη χώρα να πέσει στην «παγίδα των χωρών μεσαίου εισοδήματος». Έτσι, η οικονομία της δεν δημιουργεί σημαντικό αριθμό θέσεων εργασίας υψηλής ειδίκευσης και αυτό οδηγεί εδώ και πολλά χρόνια -βοηθουσών και των διαδοχικών κρίσεων μετά το 2010- στη μετανάστευση σημαντικού μέρους του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού της (brain drain).

Μάλιστα, όπως έδειξε πρόσφατη μελέτη για τους Έλληνες διδάκτορες, αυτοί μεταναστεύουν κυρίως σε χώρες οι οποίες είναι πρωτοπόρες στην καινοτομία και μάλιστα επιλέγουν να εγκατασταθούν ως επί το πλείστον στεπις παγκόσμιες μητροπόλεις και να δουλέψουν κυρίως σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.

Η σημερινή κυβέρνηση, παρά τη ρητορική για προσέλκυση επενδύσεων τεχνολογικών κολοσσών στη χώρα, ακολουθεί μια πολιτική «φθηνής ανάπτυξης» (χαμηλό κόστος εργασίας, χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές για τις επιχειρήσεις, περιορισμένη προστασία φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος και πολιτιστικής κληρονομιάς κ.ά.).

Θεωρεί πως έτσι θα επέλθει η πολυπόθητη ανάπτυξη μέσα από τους αυτοματισμούς μιας αγοράς απαλλαγμένης από υπερβάλλουσες ρυθμίσεις και συνεπώς ότι δεν απαιτούνται μείζονες δομικές μεταβολές του αναπτυξιακού μας υποδείγματος.

Δεν κατανοεί τη σημασία του ανθρώπινου δυναμικού ως καθοριστικού παράγοντα για τη βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών της χώρας, καθώς και της θέσης της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Έτσι, περιορίζει τον αριθμό των πτυχιούχων και, γενικότερα, με την πολιτική της (π.χ. υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση, πανεπιστημιακή αστυνομία) αλλά και με το νομοσχέδιο για τα πανεπιστήμια που συζητείται αυτές τις ημέρες στη Βουλή υπονομεύει στην πράξη την εύρυθμη λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.

Δεν κατανοεί, επιπρόσθετα, τη σημασία του πανεπιστημίου ως μοχλού οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, με την έννοια ότι παράγει το εξειδικευμένο επιστημονικό δυναμικό της χώρας και το μεγαλύτερο μέρος της ερευνητικής δραστηριότητάς της, που από κοινού αποτελούν καθοριστικές προϋποθέσεις για την πορεία μιας αναπτυγμένης χώρας.

Είναι μια πολιτική που όχι μόνο δεν περιορίζει το φαινόμενο της διαρροής εξειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού αλλά την επιτείνει. Αυτή η έλλειψη κατανόησης δεν περιορίζεται μόνο στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Πολύ ευλόγως εντός των δικών της αναπτυξιακών συντεταγμένων μιας οικονομίας χαμηλής κατά κύριο λόγο- προστιθέμενης αξίας/τεχνολογίας με μικρό ως ελάχιστο ρόλο για τη βιομηχανία, αδιαφορεί εξίσου και για την τεχνική εκπαίδευση.

Αυτό που χρειάζεται είναι ένα συγκροτημένο σχέδιο για ένα «αναπτυξιακό άλμα» που στοχεύει στην «οικονομία της γνώσης» με παράλληλη μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων. Η στροφή αυτή δεν πρέπει να κατανοείται ως αφορούσα κυρίως τον τομέα των πιο προηγμένων υπηρεσιών αλλά πρέπει να συμπεριλάβει κυριαρχικά την επαναβιομηχάνιση, αντιστρέφοντας την πρόωρη αποβιομηχάνιση που υπέστη, προ δεκαετιών, η χώρα.

Για αυτό πρέπει να αξιοποιηθεί το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας και να βελτιώσουμε τους θεσμούς που το αναδεικνύουν (π.χ. πανεπιστήμιο). Η απαραίτητη αυτή αλλαγή τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα είναι αυτή που θα οδηγήσει σε ένα υπόδειγμα βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης.

Παράλληλα, η πολιτική αυτή, μεσο-μακροπρόθεσμα θα συγκρατήσει τη διαρροή του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και θα φέρει πίσω ένα μέρος τουλάχιστον από αυτό. Ταυτόχρονα βέβαια χρειάζονται και πολιτικές που θα βοηθήσουν μεσο-βραχυπρόθεσμα τη στροφή αυτή (π.χ. ενίσχυση της Ε&Α, της καινοτομίας και της επαναβιομηχάνισης), θα υποστηρίξουν το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας και θα προσελκύσουν εκ νέου εκείνο που βρίσκεται στο εξωτερικό.

* Κείμενο εργασίας στο Ινστιτούτο ΕΝΑ του Λόη Λαμπριανίδη, Οικονομικού Γεωγράφου, Καθηγητή ΠΑΜΑΚ, πρ. ΓΓ Ιδιωτικών Επενδύσεων Υπουργείου Οικονομίας & Ανάπτυξης, μέλους Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ΕΝΑ





ΠΗΓΗ