Αναμφίβολα, θα ήταν προς το συμφέρον του Ελληνικού λαούκαι κατά συνέπεια της καλύτερης λειτουργίας του Κράτους να προταθεί  άμεσα από την Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και να έρθει προς ψήφιση η καθιέρωση προσωρινού ή μόνιμου κωλύματος εκλογιμότητας των Ελλήνων βουλευτών ύστερα από τρεις κοινοβουλευτικές περιόδους.

Δηλαδή η εκλογή των βουλευτών για τρεις διαδοχικές θητείες. Πάνω σε αυτό, υπήρξε και πρόταση Τσίπρα το 2016, η οποία το προέβλεπε για δύο συνεχόμενες κοινοβουλευτικές περιόδους ή για οκτώ συνεχόμενα έτη και δυστυχώς, δεν προχώρησε. 

Βεβαίως δεν αναφέρομαι σε πλήρεις τετραετίες, αφού δύσκολα εξαντλείται ο συνταγματικός βίος της εκάστοτε Βουλής, πολλώ δε μάλλον στις παρούσες συνθήκες πολιτικής αστάθειας και αδυναμίας συγκρότησης ισχυρών αυτοδύναμων κυβερνήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας θα μπορούσε να προστεθεί στο άρθρο 56 του Συντάγματος.  

Κάποιες από τις προτάσεις που δεν προχώρησαν, στην προηγούμενη πρόταση συνταγματικής Αναθεώρησης ήσαν:

Άρθρο 56 παρ. 1 εδ. α’: Διαγράφονται οι λέξεις «αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης». Στην ίδια παράγραφο προστίθεται νέο εδάφιο ε’ ως εξής: «Δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές όσοι έχουν συμπληρωμένα περισσότερα των δώδεκα ετών βουλευτικής θητείας κατά την ημέρα προκήρυξης των εκλογών».

 Άρθρο 56 προστίθεται νέα παρ. 5: «Δεν μπορεί να ανακηρυχθεί υποψήφιος ούτε να εκλεγεί βουλευτής όποιος έχει συμπληρώσει δώδεκα έτη συνολικής θητείας ως βουλευτής».

Η συζήτηση αυτή άνοιξε το 2019 και στην Κυπριακή βουλή. Σε δηλώσεις μετά το πέρας της συνεδρίας τον Οκτώβριο του 2019, ο πρόεδρος της επιτροπής νομικών της εκει Βουλής Γιώργος Γεωργίου, ανέφερε ότι μέχρι το τέλος Νοεμβρίου τα νομοσχέδια θα οδηγηθούν ενώπιον της ολομέλειας για ψήφιση.

Ο  ΔΗΣΥ δεσμευτηκε να μελετήσει το θέμα στα συλλογικά του όργανα, ενώ ο  βουλευτής του ΑΚΕΛ Άριστος Δαμιανού, δήλωσε ότι πρέπει να προωθηθούν τα νομοσχέδια, τα οποία συμβάλλουν στην ανατροπή της απαξίωσης του πολιτικού συστήματος. Σημείωσε ότι ήδη το ΑΚΕΛ υιοθέτησε κομματικά την πρακτική των τριών θητειών για τους βουλευτές. Το ΑΚΕΛ κατέθεσε τροποποίηση να εξαιρούνται οι ηγέτες των κομμάτων και οι θητείες να υπολογίζονται αθροιστικά.

Βλέπουμε δηλαδή να ανοίγει το θέμα με το πλαφόν τρεις θητείες τελευταία, πανευρωπαϊκά και μάλιστα να εισηγούνται θετικά μεγάλη μερίδα Ευρωπαίων πολιτικών ηγετών. 

Η πρόνοια για τρεις θητείες έχει ανοίξει μια συζήτηση μεταξύ όχι μόνο των βουλευτών για το νόημα και τη λογική που έχει, αλλά κυρίως μεταξύ των Ελλήνων πολιτών και της Κοινωνίας που στενάζει και θεωρεί ότι οι Βουλευτές (ανεξαρτήτως κομμάτων) και κυρίως της επαρχίας, από την 2η θητεία τους και μετά αρχίζουν να αναπτύσσουν πελατειακές σχέσεις με τοπικούς παράγοντες και  επιχειρηματίες. Αυτό φυσικά είναι κάτι που δεν αποδεικνύεται άμεσα, αρκεί όμως να παρατηρηθεί έστω και μια φορά το φαινόμενο για να προκαλέσει τους πολίτες.  Όπως και έχει γίνει…

Δυστυχώς, οι Έλληνες βουλευτές, διαχρονικά έχουν δώσει και συνεχίζουν να δίνουν και σήμερα πολλά τέτοια δικαιώματα. Ακόμα και εάν δεν έχουν διωχθεί ποινικά ή η βουλή δεν έχει αποφασίσει την άρση της ασυλίας τους, είναι κοινό μυστικό τι συμβαίνει στην πραγματική ζωή. Εννοείται ότι πάντα θα υπάρχουν και υγιής εξαιρέσεις, πολιτικών που δεν το αντιμετωπίζουν ως μέσο πλουτισμού και προσωπικής ευημερίας, αλλά ως λειτούργημα. 

Επίσης, κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να διαφωνήσει ότι για τα σημερινά δεδομένα, εν έτη 2021, οι Έλληνες βουλευτές (ακόμα και μετά τις τελευταίες περικοπές) απολαμβάνουν δυσανάλογα μεγάλα και προκλητικά προνόμια, σε σχέση πάντα με τις ώρες εργασίας τους, το βιογραφικό, τις σπουδές τους και την εν γένει προσφορά τους στον τόπο (το οποίο είναι σαφώς κάτι μη άμεσα μετρήσιμο με ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες, ο μέσος Έλληνας πολίτης όμως έχει σχηματίσει σαφή εικόνα περί αυτού) .

Το παραπάνω σχόλιο δεν χρειάζεται περαιτέρω επεξήγηση καθώς είναι κάτι που απευθύνεται στην κοινή λογική, ο καθένας μας γνωρίζει ακριβώς τι συμβαίνει στην περιοχή του, ποιοι εκλέγονται από κάθε κόμμα , με ποια προσόντα και ποιους μηχανισμούς και γενικότερα  αν η άνωθεν διαπίστωση ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή όχι. Χωρίς ίχνος λαϊκισμού ή απόπειρας ισοπέδωσης των πάντων.

Μια ενδιάμεση πρόταση, θα μπορούσε να προβλέπει ότι ύστερα από ένα διάλειμμα (μιας κοινοβουλευτικής περιόδου) οι ίδιοι μπορούν να επαναδιεκδικήσουν την κοινοβουλευτική τους έδρα.  Αυτό είναι ένα θέμα προς συζήτηση… Εγώ προσωπικά, θεωρώ ότι για να γίνει αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση θα πρέπει να είναι να πολιτευτούν σε διαφορετική εκλογική περιφέρεια. 

Πχ. Ο Βουλευτής Κορινθίας να μπορεί να πολιτευτεί σε οποιοδήποτε άλλον νομό, πλην αυτού. Να πολιτευτεί δηλαδή στην Μεσσηνία, Αρκαδία, Αργολίδα, κ.τ.λ

Με αυτό τον τρόπο δεν θα έδιναν κανένα δικαίωμα για αμφισβήτηση, ούτε περιθώριο να αναπτυχθούν εκ νέου τόσο σύντομα , πελατειακές σχέσεις στον νέο τόπο. Και εννοείται, ότι εφ’όσον οι βουλευτές είχαν να επιδείξουν επιτυχημένο έργο στον Νομό που πολιτεύονταν αρχικά, οι κάτοικοι της νέας τους εκλογικής περιφέρειας δεν θα είχαν κανέναν λόγο να μην τους ψηφίσουν για να αναπτυχθεί και ο δικός τους τόπος εξίσου και να γίνει Νομός πρότυπο. Τουναντίον.. Οι ικανοί βουλευτές θα γίνονταν έτσι το μήλον της έριδος.

Άλλωστε, ζούμε στην εποχή της Πληροφορίας και τα πάντα, οι ικανότητες ή μη του κάθε πολιτευτή μαθαινονται άμεσα και λεπτομερώς.

Εν κατακλείδι, η άποψη που εκφράζει το μεγαλύτερο μέρος της Ελληνικής κοινωνίας αυτή την στιγμή, είναι ότι η πρόβλεψη ανώτατου ορίου βουλευτικών θητειών μπορεί να ευνοήσει τη συγκρότηση της λαϊκής αντιπροσωπείας όχι με βάση τις πελατειακές σχέσεις, την αναγνωρισιμότητα, τα «τζάκια», τις «κληρονομιές» και τις επικοινωνιακές περγαμηνές των υποψήφιων βουλευτών, αλλά με βάση την ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση και την πραγματική προσφορά και την καταξίωσή τους.

 Και ότι με τον τρόπο αυτόν θα δίνεται επιτέλους η ευκαιρία σε νέα πρόσωπα που δεν έχουν συνάψει ισχυρούς δεσμούς με την κομματική εξουσία να γίνουν βουλευτές.

Το ζητούμενο όμως είναι, να βρεθεί ο γενναίος πολιτικός αρχηγός που θα βάλει πάνω από όλα το συμφέρον των Ελλήνων πολιτών και της χώρας και θα ξανά ανοίξει μια τέτοια συζήτηση. Έστω και εάν αυτό ξέρουμε όλοι ότι δεν συμφέρει την πλειοψηφία, καμιάς Κοινοβουλευτικής ομάδας και ο Πρωθυπουργός που θα το προτείνει θα πολεμηθεί με μανία.

Φτάνει όμως να το τολμήσει και είναι σίγουρο ότι θα εισπράξει μόνο θετικά σχόλια από την κοινωνία που το αποζητά σχεδόν απεγνωσμένα..





ΠΗΓΗ